Γυάλινες Βάρκες

1) ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Κάνανε τη νύχτα μέρα.
Τα πολυβόλα.
Στο Εκατερίνενμπουργκ.
Στο αναθεματισμένο Εκατερίνενμπουργκ…

Στη Μεγάλη Πορεία.
«Μεγάλη Πορεία» την ονόμασαν, οι ηλίθιοι…
Ήτανε σφαγή, κύριέ μου.
Μακελειό.
Βαδίζαμε και μας θέριζαν τα πολυβόλα.

Εκεί ο Βολόντια έχασε τα πόδια του.
Καημένε Βολόντια…
Εκεί ο Γκρίσα, ο Γκρίσα κύριέ μου, έφαγε μια σφαίρα στην κοιλιά.
Κατάφερε να κάνει τρία βήματα βαστώντας τ’ άντερά του, μέχρι που χυθήκανε στις λάσπες…

Κι’ εγώ, κύριέ μου;
Εγώ είμαι ακόμα εδώ.
Είμαι ακόμα εδώ…

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΗ

Έχω καλά κλεισμένο στο μυαλό μου
ένα αρκούδι μοναχό, θλιμμένο
κρυφό σαν μυστικό του παραδείσου

Το μυστικό αρκούδι δεν χορεύει
ούτε γλεντά και σιγοτραγουδάει
στα μάτια ένα δάκρυ του αχνοπαίζει

Το μυστικό αρκούδι δεν κοιμάται
για πάντα ξύπνιο μέσα στ’ όνειρό του
στέκει βουβό, προσμένοντας το δείλι

Κι’ οι ώρες επεράσανε και σβήσαν
όπως και κάποια μέρα το καντήλι
του κόσμου αυτού που τόσοι έχουν πληγώσει

Κι’ όταν η νύχτα πέσει στις καρδιές μας
και το σκοτάδι όλα τα σκεπάσει
τ’ αρκούδι τελευταίο θ’ απομείνει

Καθώς στερνή φορά μας χαιρετάει
χαμόγελο το χείλι του φωτίζει:
τώρα έναν άλλο κόσμο θα προσμένει

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΛΟ

Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Β’ φοράει τον πορφυρό του το μανδύα, το χρυσοκέντητο με τα χίλια πλουμίδια
τη χρυσαφένια του κορώνα στο κεφάλι, κρατάει το σκήπτρο του στο χέρι

Ο βασιλιάς Κλο μ’ ένα τριμμένο, ξεθωριασμένο πανωφόρι κι’ ένα βρώμικο σκούφο στα γκρίζα του μαλλιά

Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
μέσα στα μάτια σου, βασιλιά Κλο, δυο δάκρυα λάμπουν σα διαμάντια

Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Β’ τριγυρισμένος από δεκάδες αυλικούς του:
οι ευγενείς παραταγμένοι, κορδωμένοι και οι κυρίες των τιμών στις προσταγές του

Ο βασιλιάς Κλο μονάχος, στα χωράφια, οργώνει και τραγουδάει για τη γη του

Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
τα μάτια σου, βασιλιά Κλο, δεν έχουν πια κανένα να κοιτάξουν

Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Β’ λάμπει μεσ’ στη χρυσή του πανοπλία
στέλνει στη μάχη τους σιδερόφραχτους ιππότες, καβάλλα στ’ άλογα που χλιμιντρίζουν αγριεμένα, κι’ οι λεγεώνες από πίσω ακολουθάνε
Μάχες κερδισμένες, μάχες χαμένες: η ιστορία γράφεται με αίμα

Ο βασιλιάς Κλο κρατάει στο χέρι το ξύλινο στυλιάρι
μόνος του μάχεται να εμποδίσει τα κοράκια να καταστρέψουν τη σοδειά του
Μάχες κερδισμένες, μάχες χαμένες: για να θερίσεις δεν αρκεί να σπείρεις

Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
τα μάτια σου, βασιλιά Κλο, δεν κλείνουν πριν ο ήλιος βασιλέψει

Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Β’ κοιμάται μεσ’ στο κρύο μαυσωλείο: γύρω του είναι θαμμένα όλα τα πλούτη που αξίζουν στην αυτοκρατορική γενιά του
χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμα πετράδια, για να μπορεί να κοιμηθεί γαληνεμένος

Ο βασιλιάς Κλο γερμένος είναι δίπλα σε μια λεύκα, σ’ ένα λάκκο ρηχό παραχωμένος

Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
τα μάτια σου, βασιλιά Κλο, έχουν για πάντα βασιλέψει

Η ιστορία, βασιλιά Κλο, δεν πρόκειται να γράψει τ’ όνομά σου
Κανένας, βασιλιά Κλο, κανένας δε θα μάθει τ’ όνομά σου
γιατί, βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες…

Όμως τα στάχια, βασιλιά Κλο, τ’ όνομά σου τραγουδούν όταν θροϊζουν
η γη που όργωνες, βασιλιά Κλο, ποτέ δε θα ξεχάσει το άγγιγμά σου
μέσα στης λεύκας σου, βασιλιά Κλο, τον κορμό το αίμα σου κυλάει

γιατί, βασιλιά Κλο, η μνήμη απαιτεί θυσίες…

ΤΑ ΝΕΡΑ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ

Διακαώς επιθυμώ την επίλυσιν των προβλημάτων της ανθρωπότητος.
Εάν ήμουν πρόεδρος, ή πρωθυπουργός, όλα θα ήσαν διαφορετικά, υπέροχα, μαγευτικά.
Εάν ήμουν μέγας στρατηλάτης, επιστήμων, ποιητής, ή, τέλος πάντων, γενικώς, Μέγας,
αναμφισβητήτως θα δημιουργούσα, θα μεγαλουργούσα, θα έγραφον ιστορίαν.
Πάντοτε, όμως, τα όνειρά μου διαψεύδονται οικτρώς,
ωσάν μία μοχθηρά σκιά, προερχομένη από το χάος, να με βυθίζει εις το έρεβος.
Υποψιάζομαι, προπαντός, τον σκοτεινόν ρόλον των αναμνήσεων.
Λέξεις αυθαδεις, αλλόφρονες, μηδενιστικαί, τον νουν μου κυριεύουν και με σκοτίζουν.

«Τα νερά της λίμνης αντιφεγγίζουν.
Τα νερά της λίμνης λαμπυρίζουν τη νύχτα.
Τα νερά της λίμνης καθρεφτίζουν αναμνήσεις χαμένης αγάπης.
Τα νερά της λίμνης κλείνουν για πάντα πάνω από τα κεφάλια μας».

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Είμαι ένα μαύρο άλογο
αόρατο στο σκοτάδι της νύχτας
καλπάζοντας στην έρημη στέππα
ο παγωμένος άνεμος καλπάζει στις φτέρνες μου

Είμαι ένα νυσταγμένο λιοντάρι
κυλιέμαι πάνω στα ξερά χόρτα της σαβάννας
μυρίζοντας το φρέσκο αίμα
που τρέχει από τις φλέβες σου

Είμαι μια γυναίκα που κοιμάται
στα λινά σεντόνια
τσαλακωμένα σεντόνια
νιώθω το χτύπο της καρδιάς σου
κάτω από την κοιλιά μου

Έχω χίλια πρόσωπα
είμαι αυτό που φοβάσαι
είμαι αυτό που περιμένεις
είμαι αυτό που ψάχνεις (θυμάσαι)

και ο άνεμος
ο άνεμος έμεινε στο τέλος
τα παράθυρα που τρίζουν
το σκοτάδι της μέρας

Είμαι η σκιά σου
πάνω στον τοίχο
γλυστράω πίσω σου αθόρυβα
λησμονημένος στο φως που τυφλώνει

Είμαι το μάτι που τα βλέπει όλα
βλέπω μέσα στο μυαλό σου
βλέπω τη μέρα και τη νύχτα σου
τη μοναξιά σου

Είμαι ο μαύρος καβαλλάρης
έρχομαι για σένα
έρχομαι στο τέλος
μόνο για σένα

Έχω χίλια πρόσωπα
έρχομαι για σένα
έρχομαι στο τέλος
μόνο για σένα

και ο άνεμος
μένει πάντα τελευταίος
τα παράθυρα τρίζουν
τρίζουν για πάντα

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1933

Κλεισμένος μες στην άδεια κάμαρή του
στο σπίτι το έρημο που περνά τα χρόνια του τα τελευταία
τώρα πια γέρος – άρρωστος – κάθεται και αναπολεί
(η παρηγορία του η μοναδική αυτή πια είναι).

Η τωρινή ζωή καθόλου πια για σένα δεν υπάρχει.
Οι θύμησες της ηδονής έρχονται και σε τυλίγουν,
όχι τη νύχτα μόνο, αλλά και την ημέρα – όλη την ημέρα.

Τώρα που όλα τελειώνουν, κι ο θίασος ο αόρατος έχει πια φύγει,
θα άλλαζες άραγε την τέχνη σου με το νεανικό σου σώμα –
το σώμα που τόσο λάτρεψες, τα μέλη τα σφιχτοδεμένα, τα κόκκινα χείλη,
την ηδονή της σάρκας, τα άνομα τα πάθη;

Θυμάσαι πως έτρεμες κάποτε τα γηρατειά,
πόσο γελοίοι και θλιβεροί σου φαίνονταν οι γέροντες;
Τώρα η άθλια η μορφή τους από τον καθρέφτη σου προβάλλει
κάθε πρωί και σε κοιτάζει.

Έψαξες την αιώνια νεότητα μέσα στην τέχνη
(ήξερες πάντοτε πως κι αυτή η ελπίδα ήταν ένα ψέμα
για να παρηγοριέσαι κάπως καθώς πέρναγε η ζωή σου).

Τώρα που όλα πια τελειώνουν, μη δειλιάσεις.
Η νιότη έχει πια περάσει, κι η ηδονή σου ανάμνηση μια μακρινή μονάχα είναι.
Λόγο δεν έχεις πια να συνεχίσεις, και το ξέρεις.
Τίποτε πια δεν έχεις να σου λείψει.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
για τίποτα μη μετανιώσεις – όσα έζησες είναι μια ανάμνηση ωραία, μια ανάμνηση στιγμών ηδονικών –
κλείσε τα μάτια και θυμήσου όσα είχες, κι ύστερα
χωρίς πικρία, χωρίς λύπη και χωρίς ντροπή,
αποχαιρέτα την ζωή που τώρα χάνεις.

ΚΑΙΓΟΝΤΑΣ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ (Βιέννη)

Νυχτερινό τραίνο για τη Βιέννη
έξω το σκοτάδι και η ομίχλη, μέσα ο πόνος και η σκιά
ξέχασες πια τη φωτιά
αλλά οι φλόγες καίνε ακόμα στη νύχτα, τόσο λαμπερές
δεν ήταν η πρώτη φορά
αλλά ούτε και θα είναι η τελευταία

Καίγοντας λουλούδια
στους άδειους δρόμους τα μεσάνυχτα
ότι και να γίνει
δεν γίνεται για πρώτη φορά
Εμείς μόνο καίγαμε λουλούδια,
ενώ οι σκιές μαζεύονταν ανάμεσά μας
εμείς μόνο καίγαμε λουλούδια
μέχρι τη στιγμή που ξέσπασε η καταιγίδα

Άλλη μια νύχτα στο δρόμο, από το Βερολίνο στη Βιέννη
σε όλη τη διαδρομή ονειρευόμασταν το παρελθόν
Το παρελθόν απλώνεται μπροστά,
το μέλλον έχει μείνει πίσω μας :
δεν υπάρχει χώρος για το παρόν
σε μια τέτοια θαυμαστή τάξη πραγμάτων

Κι’ όμως οι φλόγες ακόμα καίνε μέσα στη νύχτα, τόσο λαμπερές
Ήταν άραγε η πρώτη φορά;
Μήπως δεν θα είναι η τελευταία;

ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΟΥΝ ΣΥΧΝΑ

Σε σκεφτόμουν συχνά,
ακούγοντας τα πουλιά που κελαηδούσαν χαιρετώντας την άνοιξη

Σε σκεφτόμουν συχνά,
καθώς το ηλιοβασίλεμα έβαφε το ποτάμι που αργοκυλούσε κατακόκκινο

Σε σκεφτόμουν συχνά,
όταν η μεθυστική μυρωδιά των λουλουδιών μου έκοβε την ανάσα

Σε σκεφτόμουν συχνά,
περπατώντας στο δάσος ανάμεσα στα αγέρωχα πανύψηλα δέντρα

όμως άκου τα πουλιά (τα πουλιά που σκοτώθηκαν)
μα κοίτα το ποτάμι (το ποτάμι που στέρεψε)
μύρισε τα λουλούδια (τα λουλούδια που μαράθηκαν)
που είναι τα δέντρα; (τα δέντρα που κάηκαν)

κι’ έτσι, τώρα πια δεν σε σκέφτομαι…

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ

Διαδρομές πάνω στο χάρτη.
Διαδρομές μέσα στο χρόνο.
Αναζητώντας αυτούς που έφυγαν.
Αναζητώντας αυτούς που χάθηκαν.
Αναζητώντας τα χαμένα χρόνια.
Τίποτα δε χάνεται για πάντα.
Χάνεται για πάντα…

Είμαστε σκιές στο σκοτάδι.
Ίσως γι’ αυτό φοβόμαστε το φως…

ΜΟΝΟΣ (Στην Πόλη Που Ποτέ Δεν Κοιμάται)

Φωνάζεις
μα η φωνή σου δεν ακούγεται
Ψάχνεις στον καθρέφτη
ένα πρόσωπο που να σου μοιάζει

Κλειστά μάτια, κλειστές φτερούγες, κλειστά παράθυρα, κλειστός ουρανός
Η πόλη που ποτέ δεν κοιμάται

Φωνάζεις, πάλι
μα η φωνή σου δεν ακούγεται
Ψάχνεις στον καθρέφτη
ένα πρόσωπο που να σου μοιάζει

2) ΜΙΚΡΕΣ, ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

ΜΟΝΑΧΟΥΣ, ΜΟΝΑΧΟΥΣ

Στων Ψαρών τους ολόμαυρους βράχους
περπατώντας η φώκια Μονάχους
μονάχους

ΕΙΣ ΤΟ ΟΡΟΣ ΑΡΑΡΑΤ ΕΚΑΘΗΣΑ…

Κάτω απ’ την πέτρα δε μπορούσα να σε θυμηθώ
πάνω απ’ την πέτρα μαγεμένος σε αντίκρυσα
μέσα στην πέτρα ήταν το βλέμμα μου θολό
έξω απ’ την πέτρα ήπια και ξεδίψασα.
Η πέτρα σ’ έφαγε, η πέτρα σε τυλίγει
μικρέ, καημένε, κοντοπίθαρε Γεδεών.

ΣΤΟΥΣ ΤΡΟΠΙΚΟΥΣ

Ήχος της βροχής
Κάτω από τα φύλλα
Μπανανόφυλλα

Καρύδες πέφτουν
Φοβού τις μαϊμούδες
Δώρα φέρουσες

ΝΑ ΖΕΙΣ (Η1Ν1)

Ο τυφλός τρόμος
υποχωρεί
μπροστά στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Η κυρία με τη μάσκα
την έβγαλε για να φάει…

ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΗ ΦΤΕΡΗ ΓΕΛΟΥΣΕΣ

Στην έρημη φτέρη
γελούσες, Λευτέρη

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Γιρλάντας γιορτινάς σε περιέβαλον
και στεφάνους ρόδων μυροβόλων:
μα τας περικοκλάδας κοιτών εμελαγχόλησα.
Δύσθυμος ατενίζω το μνημείον.
Θα προτιμούσα να σε ενθυμούμαι σπανιώτερον.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΙΟΝ ΤΟΝ ΦΡΥΓΑ

Μακάριος ατενίζεις τους επικριτάς σου
την χλαμύδαν την χρυσοποίκιλτον περιβεβλημένος.
Το βλέμμα απλανές, αι παρειαί υπέρυθροι
με κείνο το υπέρυθρον των ρόδων του Μαϊου.

Γαλήνιος ως ήσο όταν έζης
ως ήσυχος με την συνείδησίν σου,
ω των ανθρώπων αθλιώτατε.

ΤΟ ΦΥΤΙΚΟΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ

Άπνους
κατακλίνεσαι πένθιμος μέσα στους θάμνους
άρκτους
ονειρεύεσαι άγρυπνος κάτω απ’ τους κάκτους.

Στην πληγωμένη μοναξιά των ελαιώνων
και στην απέραντη σιωπή των ορυζώνων
σκέπτεσαι μόνον

Απλανείς και πλάνητες, αειθαλείς και φυλλοβόλους
να τους έκαιγες όλους

και μέσα στα μαρμάρινα τα εκμαγεία να περιελίσσεσαι.

3) ΤΑ ΦΩΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ

Ξαπλωμένοι στην άμμο, πλάι στο ποτάμι
Κάτω από τη γέφυρα
Τότε που έγινες γυναίκα

Η φεγγαρόλουστη νύχτα σου έκαιγε τα χείλη
Μακριά, ένας σκύλος αλυχτούσε

Το φεγγάρι λάμπει σαν ήλιος στον ουρανό
Κάτι περπατάει μέσα στις καλαμιές

ναι, η νύχτα μας αγγίζει
ναι, το ποτάμι μας ενώνει

Το φεγγάρι ψιθυρίζει:
«Δεν υπάρχει τέλος και αρχή
Όλα είναι ένας κύκλος
Όλα είναι μια γέφυρα
Μια γέφυρα ανάμεσα στον ουρανό και στη γη
Μια γέφυρα ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα
Μια γέφυρα ανάμεσά μας»

Μέχρι να τελειώσει η νύχτα…

ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

Σήκωνες το κεφάλι και κοίταγες την αστροσκέπαστη νύχτα
μεταξένια μαγική νύχτα, στολισμένη με μυριάδες λαμπυρισμούς
πυγολαμπίδες του ουρανού, στολίδια στο στερέωμα, μάτια του αιθέρα, κουκίδες μέσα στο σκοτάδι
και φώναζες: «ουράνια σκόνη, ουράνια λιβάδια, ουράνια πλάσματα, κάποια μέρα, κάποια μέρα κι’ εγώ θα σας συναντήσω

στον κόσμο των άστρων δεν υπάρχει σκοτάδι
οι σκιές καθρεφτίζονται μέσα στην κοσμική φλόγα
ένα μαγικό κάτοπτρο – συνειδησιακό τηλεσκόπιο – φωτεινό μονοπάτι – θα με φέρει κοντά σας»

όταν κάποια μέρα κατάλαβες ότι τα αστέρια σε κοιτάζουν
ανοίγουν τρύπες μέσα στη μνήμη σου
αστερόσκονη σε σκεπάζει σαν αόρατος μανδύας

ήθελα να φωνάξω «μείνε εδώ, σε θέλω, σε χρειάζομαι, τα αστέρια δεν σε χρειάζονται, τα αστέρια δεν σε χρειάζονται όπως εγώ!» αλλά δεν τόλμησα, όχι δεν τόλμησα

τώρα ταξιδεύεις πέρα από τη νύχτα
πέρα από τις αναμνήσεις
πέρα από τα όνειρα

πέρα από τα σύνορα
πέρα από τα τελευταία σύνορα
προσπαθείς να κατακτήσεις τον κόσμο των άστρων

ένα τόσο μακρινό ταξίδι
και εγώ εδώ να περιμένω, ποιος ξέρει τι…

ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Δεν έχουμε τίποτα, τίποτα, μόνο μια στιγμή
στα γρανάζια ανάμεσα της νύχτας και της μέρας
δεν έχουμε τίποτα, κι’ αυτή η μονάχη στιγμή
πριν ξεκινήσει χάνεται, σαν ίσκιος, σαν αγέρας

Μισόκλεισες τα μάτια σου σαν κάτι να σκεφτόσουν
ίσως για σε και κείνονε, μπορεί για μας τους δυο
στεκόμουν και σε κοίταζα, τη νύχτα όπως κοιμόσουν
να κλείσω την εικόνα σου σφιχτά μεσ’ στο μυαλό

Πόσα ωραία όνειρα, για σένα και για μένα
γραφτήκανε στην άμμο και τα σβήνει το νερό
με τα σκισμένα μας πανιά, κατάρτια τσακισμένα
στο πέλαγο ανοιχτήκαμε με κόντρα τον καιρό

Δεν έχουμε τίποτα, μόνο μια στιγμή…

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ

Στριμωγμένοι στο παλιό λεωφορείο, αγκομαχώντας να διαβούμε την ασφάλτινη κόλαση
Τσιμέντο πάνω σε τσιμέντο, όγκοι ατελείωτοι
Σωροί σκουπιδιών κάτω από τον καυτό ήλιο

Και σε ρώτησα:
Πως αντέχουμε να ζούμε σ’ αυτό τον εφιάλτη;
Και σε ρώτησα:
Μήπως πρέπει να κάνουμε μια καινούργια αρχή;

Και μου είπες:
Κοιτάζω τα παιδιά που πεινάνε. Πως μπορείς να μου μιλάς για διαμαντόπετρες;
Και μου είπες:
Όταν έρχονται να σου κόψουν το δάχτυλο, δεν έχεις ανάγκη πια τα δαχτυλίδια

Κι’ ύστερα, ήρθε το βράδυ…
Νιώθοντας το άγγιγμα της αύρας, την ώρα του δειλινού
Μυρίζοντας την ευωδιά της άνοιξης
Περπατώντας μαγεμένος μέσα σε ένα πολύχρωμο κόσμο
Κάθε στιγμή, μια γιορτή
Κάθε ανάσα, η μυρωδιά του γιασεμιού
Η πόλη που ποτέ δεν κοιμάται
Η νύχτα που ονειρεύτηκες

Και σκέφτηκα:
Μήπως αυτό είναι που περίμενα πάντα;
Ψάχνοντας το άγγιγμά σου, Αθήνα
Αναζητώντας το άρωμά σου
Αν μπορώ να ζήσω μέσα στο όνειρο, πρέπει – αλήθεια – να ξυπνήσω;

Και μετά, ξύπνησα.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ

Το νησί είχες αφήσει στον καιρό του πολέμου
λησμονιά προσπαθούσες να βρεις, μα του κάκου
πάντα σ’ έφερνε πίσω το τραγούδι του ανέμου
να μιλήσεις φοβόσουν – τώρα σώπα και άκου!
Δες: τα σύννεφα παίρνουν ξανά τη μορφή σου
όσα νόμιζες πια πεθαμένα θυμήσου!

Το μυαλό σου γυρίζει στο σβησμένο καντήλι
και μια κόρη θλιμμένη που κούναε μαντήλι
Τάχα ποιος να προσμένει τώρα πια στο νησί σου;
Ένας τύμβος μονάχος που κοιμάται η αδερφή σου
και ο άνεμος που όλο γυρίζει και κλαίει,
στα χαλάσματα πάνου το τραγούδι σου λέει…

Η πομπή προχωράει με τραγούδια θανάτου
τη Λητώ μη θρηνήσεις που για πάντα εχάθη
μ’ αν ο ήλιος κατέβει στης αρμύρας τα βάθη
στο νησί των ανέμων, όλα πάλι δικά του.
Δε θα στέκουμε άλλο με σκυμμένο κεφάλι
το νησί θα φωτίζεις με τη λάμψη σου πάλι!

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΤΗΣ ΣΚΟΝΗΣ

Τις κρύες νύχτες του χειμώνα
κάτω απ’ το φως των αστεριών
βλέπω το μάτι του κυκλώνα
μέσα στη φλόγα των κεριών
Μάτια που καίνε σαν καμίνι,
η φλόγα που ποτέ δε σβήνει

Κι’ από ψηλά θα μας κοιτάζει
το βλέμμα σου το φωτεινό
το ίδιο πάντα το τραγούδι
θα τραγουδάμε στο κενό
Μη με τυφλώνεις
οδήγησέ με
στον Αυτοκράτορα της Σκόνης

Τις άδειες νύχτες του χειμώνα
με τη σιωπή των δικαστών
ακολουθώ τη λεγεώνα
των ξεχασμένων ποιητών
Ρίχνω τα μάτια στη Σελήνη
Το βλέμμα σου ποτέ δε σβήνει

Κι´από ψηλά θα μας φωτίζει
το βλέμμα σου το μακρυνό
σαν αρμενίζουμε ταξίδι
στον άδειο σου ωκεανό
Μη με τυφλώνεις
οδήγησέ με
στον Αυτοκράτορα της Σκόνης

Τις μαύρες νύχτες του χειμώνα
σε κάποιον άλλο αστερισμό
έναν ολόκληρο αιώνα
που χάθηκες μεσ’ στο χαμό
Αναζητώ στην οικουμένη
το βλέμμα που δεν περιμένει

Κι’ από ψηλά σαν μ’ ατενίζει
το βλέμμα σου το σκοτεινό
το μόνο που με βασανίζει
είναι που πια δε θα πονώ
Μη με λυτρώνεις
οδήγησέ με
στον Αυτοκράτορα της Σκόνης

ΕΙΡΗΝΗ, ΜΙΑ ΜΕΡΑ

Αστράφτει και βροντάει ο Πυλαγόρας.
Καμαρωτός στο βήμα, με τα χέρια υψωμένα, παρακινεί το Συμβούλιο να δει το φως της λογικής μεσ’ στο σκοτάδι.
«Αδέρφια μου, δεν έχετε χορτάσει πια από πόλεμο;
Τι κι’ αν κάποιοι δυστυχισμένοι προσπαθούνε να βγάλουν λίγους οβολούς από τους επισκέπτες του Μαντείου;
Μπροστά στα τόσα που ξοδεύουν για τον χρησμό, τι αξία έχει μια χούφτα νομίσματα για ένα φτωχικό γεύμα σε κάποιο πανδοχείο, ή μια σκέπη πάνω από το κεφάλι τους τη νύχτα;
Ειρήνη, αδέρφια μου, αυτό μοναχά σκεφτείτε!
Τάχα, δεν έχει χυθεί αρκετό αίμα;»

Του κάκου, φαίνεται στα μάτια τους, πως τον κοιτάνε οι άλλοι Πυλαγόρες.
Κι’ όταν οι Ιερομνήμονες ψηφίζουν, αυτά που τους έχουν προστάξει οι άρχοντές τους, πάντα με τη σκέψη τους στο κέρδος…
Ακόμα ένας πόλεμος, Ιερό τον ονομάζουν.
«Γκρεμίσετε συθέμελα την Κρίσσα και την Κίρρα!
Να μην αφήσετε όρθια πέτρα πάνω σε πέτρα!
Άντρες, γυναίκες και παιδιά, πουλήστε τους σαν δούλους!»
Δακρύζει ο Πυλαγόρας. Νιώθει το βάρος των χρόνων του σαν ένα βουνό, να τον λυγίζει, να τον λιώνει πάνω στο χώμα.
Πενήντα χρόνια, δεν έζησε ποτέ του την ειρήνη. Τόσα όνειρα, τόσες υποσχέσεις…
Αλλά την πίστη του στον άνθρωπο δε χάνει. Βουβός, τσακισμένος, καταφέρνει και σηκώνει το κεφάλι. Έχασε μια μάχη, αλλά όχι ακόμα την ελπίδα.
Ίσως αυτός ο πόλεμος νά ’ναι ο τελευταίος…

4) ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ
(Ξαφνικά…)

Όχι, σου το είπα εκατό φορές
δεν υπάρχει λύση έξω από την πόρτα
πια…

Πες στον ανθρωπάκο με το κόκκινο κασκόλ
να σου δώσει τα κλειδιά του τα χρυσά
να κοιτάξεις την αλήθεια με διπλά γυαλιά
και να δώσεις τη δραχμή σου στον ανάπηρο
που τυλίγεται στη γούνα του την κίτρινη
και κλωτσάει τη μπάλλα πίσω την ασπρόμαυρη
που’ ρχεται στα μούτρα του Αλή Πασά

που φωνάζει
το βεζύρη του
και το γέρο
το φακίρη του
και καρφώνουν την παράγκα του πασατεμπά
πού’ναι πίσω απ’ την καλύβα του μπαρμπα-Θωμά
και ο γέρος
μερακλώθηκε
κι’ άρχισε να τραγουδάει τρα-λα-λα
κι’ ο απέναντι του κλείνει το παράθυρο
γιατί δε μπορεί να κοιμηθεί απ’ το θόρυβο
και ξαπλώνει το στρώμα του κατάχαμα
και βλέπει εφιάλτες μεσ’ στον ύπνο του
ξαφνικά…

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ

Θέλεις, μα δεν ξέρεις που πηγαίνεις
κι’ άλλωστε τα πάντα είναι ακριβά
θυμάσαι αλλά δεν καταλαβαίνεις
κι’ ύστερα δε σε παίρνει τελικά.

Θα το ξεπεράσεις, μη φοβάσαι
κι’ άλλοι το ξεπέρασαν πολλοί
πίστευε τις νύχτες που κοιμάσαι
πως έχεις φρύδια σαν του Καραμανλή.

Δεν υπάρχει άλλη αιτία
κοιμούνται τα φαντάσματα βαρειά
μα ροχαλίζουνε στη θεία λειτουργία
και πρέπει κάποιος να τους σφίξει τα λουριά.

Εκείνη να σου λέει πως είναι άνοιξη
κι’ εσύ να την κοιτάζεις με κατάνυξη
κι’ η ιστορία μοιάζει σαν το σαλιγκάρι
που τρέχει γρήγορα και δύσκολα φρενάρει
και παραθείο
για το θείο Περικλή.

(ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ ΓΥΦΤΟΣ ΑΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ) ΚΑΖΑΤΣΟΚ

Ο γέρο-Δήμος πέθανε, ο γέρο-Δήμος πάει,
δε θα ξαναπεινάσει πια και δε θα ξαναφάει.

Δήμο πρόσεχε
έρχονται οι καλόγεροι
που κρατούν χρυσό μπρελόκ
και χορεύουν καζατσόκ.

Μπρούμυτα στο κιβούρι του ξαπλώνει και κοιμάται
παρακαλώ σας κύματα μη μου τον εξυπνάτε.

Δήμο τράβα μπρος
ο παπάς είναι χοντρός
κάνε του ηλεκτροσόκ
να χορέψει καζατσόκ.

Από την πόλη έρχομαι και τα σκυλιά δεμένα
κι’ ο παπαγάλος λιάζεται με τη χρυσή καδένα.

Δήμο ξύπνα πια
έρχονται οι φίλοι σου
που ψηφίσανε ΠΑΣΟΚ
και χορεύουν καζατσόκ.

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΑ

Ο μπαμπάς είναι μπατίρης, η μαμά είναι φακίρης
και η κόρη η Κωσταντίνα είναι μόνη στην κουζίνα.

Κωσταντίνα, Κωσταντίνα
η καρδιά μου είναι άδεια σαν κεφάλι υπουργού
η ζωή μου, Κωσταντίνα
έχει μείνει κρεμασμένη από ράμφος πελαργού.
Ο λαός στα πανηγύρια κάνει τούμπες
κι’ οι πολιτικοί του τραγουδάνε αρλούμπες
όλα δουλεύουν συστηματικά
όλα δουλεύουν συναισθηματικά.

Και σ’ αγαπάω, πάντα σ’ αγαπάω
πέφτω στα πόδια σου όταν παραπατάω
και σ’ αγαπούσα, πάντα σ’ αγαπούσα
θέλω να σου φιλήσω την πατούσα.

Ο μπαμπάς είναι κοθώνι, η μαμά παίζει τρομπόνι
και η κόρη η Κωσταντίνα τραγουδάει σαν σειρήνα.

Κωσταντίνα, Κωσταντίνα
η καρδιά μου είναι άδεια σαν κεφάλι υπουργού
η ζωή μου, Κωσταντίνα
είναι ακόμα κρεμασμένη από ράμφος πελαργού.
Ο λαός ποτέ δεν κάνει διαδηλώσεις
οι υπάλληλοι πληρώνονται με δόσεις
όλα δουλεύουν συστηματικά
όλα δουλεύουν συναισθηματικά.

Και σ’ αγαπάω, ναι, σ’ αγαπάω
όλη τη μέρα θάθελα να σε κοιτάω
και σ’ αγαπούσα, ναι, σ’ αγαπούσα
πόσο μ’ αρέσει να σου γλείφω την πατούσα.

5) ΓΥΑΛΙΝΕΣ ΒΑΡΚΕΣ

Ο ΞΕΝΟΣ (Θυμήσου Τα Κρίνα)

Μια παλιά γέφυρα
το ποτήρι ραγίζει
ψάχνοντας μια διέξοδο

αλλά κοίτα τα κρίνα, κοίτα τα κρίνα

το φεγγάρι μόνο μας βλέπει
– χλωμό, ψυχρό φεγγάρι –
να κόβουμε τις φλέβες μας

Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Πλήρωσες όλα σου τα λεφτά για να φύγεις
Στριμωγμένος μέσα στο αμπάρι, εικοσιπέντε νομάτοι, σαν τα ζώα
χωρίς ένα κομμάτι ψωμί, μια γουλιά νερό

Τυχερός μέσα στην ατυχία σου
Δεν πρόλαβες να γνωρίσεις την ξενιτειά
Βυθίστηκες έξη μίλια από τη Σάμο

ΤΟ ΤΡΕΝΟ

Το τρένο πάλι σφυρίζει
ίσως αύριο το πάρω αυτό το τρένο
ίσως αύριο έχω μαζέψει αρκετά
τα παιδιά περιμένουν στην πατρίδα
η μητέρα περιμένει, η γριά μητέρα

Ίσως πάλι, όχι
Ίσως δεν πάρω ποτέ το τρένο
Ίσως περιμένω για πάντα στο σταθμό

ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Δώδεκα ώρες στην καρότσα του φορτηγού, χωρίς νερό, μέσα στο λιοπύρι
Δώδεκα μέρες περπατώντας στα χιόνια, διασχίζοντας τις απάτητες βουνοκορφές
Δώδεκα μήνες σε ένα ανήλιαγο υπόγειο, μέχρι να πάρεις πίσω τα χαρτιά σου
Δώδεκα χρόνια χωρίς να δεις τη μάνα σου

Και ούτε μια στιγμή
ούτε μια στιγμή δεν έπαψες να σκέφτεσαι τη χώρα σου

Οσμάν, Σβετλάνα, Σαντζάυ, Λιούμπα, Ιμπραήμ, Οξάννα, Ρούμπυ

ΚΑΜΑΡΑΝΤ

Ένα μουντό πρωινό κάποιου Δεκέμβρη
όπως όλα τα μουντά πρωινά στον ξένο τόπο που ζήσαμε
σέρναμε τα βαρειά μας βήματα περνώντας την πύλη

κι’ εσύ καμαράντ, καμαράντ
δεν ήξερες να λες γκούτεν μόργκεν
γκούτεν ναχτ
ούτε και γκούτεν άμπεντ

αλλά ξέρεις πώς το γρανάζι γυρίζει
το γρανάζι γυρίζει
γυρίζει για πάντα

ΓΙΟΧΑΝΕΣΜΠΟΥΡΓΚ, 2008

– Ήρθαν να μας πάρουν τις δουλειές
– Χαλάνε την πιάτσα, ρίχνουν τις τιμές
– Είναι βρώμικοι, σιχαμένοι, για δες
– Βάλτε φωτιά, κάψτε τους, έτσι μόνο θ’ απαλλαγούμε από δαύτους

Κι’ εσύ κακούργα ξενιτειά
δε λυπήθηκες
δε θυμήθηκες τάχα δυο χείλη
δυο ματωμένα χείλη
και μια κραυγή

δεν αρνήθηκες
δε φοβήθηκες τάχα δυο μάτια
δυο θλιμμένα μάτια
και ένα βλέμμα

το τελευταίο βλέμμα

Η ΠΙΚΡΑ ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΜΟΥ

Ξένος στη χώρα που έζησες
Κι’ όταν κάποτε γύρισες στη χώρα που γεννήθηκες, πάλι ξένος
Τίποτα δεν ήταν όπως το θυμόσουν
Όλα ψεύτικα, χάρτινα, αδειανά

Εκεί, και πάλι πίσω
Σκέφτηκα: καμιά φορά δεν ταξίδεψες πέρα από τα σύννεφα
Μα ποιο το όφελος; Κι’ εκεί ξένος θάσουν

Ίσως η πίκρα
Ίσως να ήταν η πίκρα
Ίσως, πάλι, μόνο, η πίκρα

ΜΑΝΑ

Μάνα μου με τους δυο σου γιους, τη μια σου θυγατέρα
τι έχεις μανούλα μου γλυκειά, και βαριαναστενάζεις;
Οι γιοι μου εμπαρκάρανε, κι’ η θάλασσα τους τρώει
κι’ η κόρη εξενιτεύτηκε κι’ απόμεινα μονάχη
ωσάν το έρημο δεντρί που οι κλώνοι του λυγίσαν
ωσάν το έρημο δεντρί, το πικραγαπημένο

Μάνα τα δάκρυα σκούπισε, και μη βαριαστενάζεις
μον’ στείλε το αϊτόπουλο να πάει για να τους εύρει
να τους μηνύσει για να ‘ρθούν να σε σφιχταγκαλιάσουν

Και κίνησε τ’ αϊτόπουλο να πάει για να τους εύρει
χώρες και χώρες γύρισε μα πουθενά δεν ήσαν
όλο τον κόσμο ρώτησε μ’ απάντηση δεν πήρε
μόνο ένα έρημο δεντρί με λυγισμένα κλώνια
μόνο ένα έρημο δεντρί απάντηση του δίνει

– Τα παλληκάρια κοίτονται στης θάλασσας τα βάθη
κι’ η κόρη η πεντάμορφη κοιμάται μεσ’ στο μνήμα
– Να μην τ’ ακούσει η μάνα τους, κι’ εράγισε η καρδιά της!
– Να της το πεις της μάνας τους, ν’ αναπαυθεί η ψυχή της
μη μένει πια σαν το δεντρί που οι κλώνοι του λυγίσαν
μη μένει πια σαν το δεντρί το πικραγαπημένο

ΜΑΖΙ

Σκίζαμε τα κύματα
με φτερωτές, γυάλινες βάρκες
πάνω από την πικρή, πράσινη θάλασσα
πάνω από τα σύνορα της έρημης χώρας

Κι’ ήτανε τέτοια η γαλήνη του πρωινού
που νιώθαμε σαν αυτό να ήταν το τελευταίο ταξίδι
το πιο όμορφο ταξίδι
που κάναμε – ή θα κάναμε – στη ζωή μας

Και ακούμπησα το χέρι μου στο μάγουλό σου
και ένιωσα την ανάσα σου στα μαλλιά μου
και ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος
και ήταν σαν να μη φύγαμε ποτέ

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΣΚΑΛΑΣ

Στάθηκε στην άκρη της σκάλας
κοίταξε πίσω
δίστασε
επέστρεψε
έκλεισε την πόρτα
κλείδωσε καλά την πόρτα

και πάλι

Στάθηκε στην άκρη της σκάλας
κοίταξε πίσω
δίστασε
επέστρεψε
έκλεισε την πόρτα
κλείδωσε καλά την πόρτα

ένα βήμα, δύο βήματα

και πάλι

ένα βήμα, δύο βήματα

Ίσως κάποτε τολμήσω ίσως τολμήσω ίσως κάποτε τολμήσω

Στάθηκε στην άκρη της σκάλας
κοίταξε πίσω
δίστασε
επέστρεψε
έκλεισε την πόρτα
κλείδωσε καλά την πόρτα

Από τις «Αναμνήσεις από το Τέλος του Κόσμου», πρώτος είχε γραφτεί ο «Βασιλιάς Κλο», στις 21 Γενάρη του 2001 σε μια καφετέρια στους Ωρεούς της Εύβοιας.
Οι «Μέρες του 1933» γράφτηκαν στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2003, για την παράσταση του Εργαστηρίου Έκφρασης και Επικοινωνίας του Δήμου Χολαργού για τον Καβάφη.
Το «Για πάντα» γράφτηκε στις 13/2/2005 στο φουαγιέ του Θεάτρου της Ημέρας για ένα δρώμενο του Εργαστηρίου.
Το «Καίγοντας Λουλούδια» μεταφράστηκε από ένα παλιό αγγλικό ποίημά μου στη Γλυφάδα στις 27/11/2008.
Το «Χορεύοντας στην Άκρη του Χάους» γράφτηκε στο Εργαστήρι του Χολαργού στις 26/1/2009.
Το «Σε σκεφτόμουν συχνά» γράφτηκε στην Αθήνα στις 29/1/2009.
Το «Τέλος και Αρχή» γράφτηκε στο Θέατρο Badminton στο Γουδί στις 22/3/2009.
Ο «Άγνωστος Στρατιώτης» γράφτηκε στο Εργαστήρι του Χολαργού στις 30/3/2009.
Τα «Νερά της Λίμνης» γράφτηκαν στο Αργυρόκαστρο τον Απρίλη του 2009.
Το «Μόνος» γράφτηκε στη Γλυφάδα στις 19/1/2010.

Από τις «Μικρές, Μεγάλες Στιγμές» τα 5 ποιήματα γράφτηκαν στον Βάρσο Κηφισιάς στις 10/12/2000, το απόγευμα.
Το «Μονάχους Μονάχους» είχε γραφτεί στην Αθήνα το 1992.
Το «Στους Τροπικούς» γράφτηκε στο Εργαστήρι του Χολαργού στις 10/11/2008.
Το «Να ζεις» γράφτηκε στη Θεσσαλονίκη στις 4/12/2009.

Τα «Φώτα της Πόλης» γράφτηκαν στην Αθήνα, με πρώτο τον «Αυτοκράτορα της Σκόνης» το 1995.
Το «Τραγούδι του Ανέμου» γράφτηκε το Μάη του 2008, το «Ειρήνη, μια μέρα» στις 30/3/2009, το «Αναζητώντας ένα όνειρο» στις 27/5/2009, το «Μόνο μια στιγμή» τον Ιούνη του 2009, το «Κάτω από τη γέφυρα» στις 17/7/2009 και «Στον Κόσμο των Άστρων» στις 29/10/2009.

Οι «Μπαλάντες του Λονδίνου» γράφτηκαν στην ομώνυμη πόλη γύρω στο 1982-1983.

Και οι «Γυάλινες Βάρκες» γράφτηκαν στην Γλυφάδα, στις 28 και 29 Μαϊου του 2008.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s