Ένα θαύμα στο χωριό

«Χαίρε, κεχαριτωμένη Μαρία, ο κύριος μετά Σού», έψαλλε με τη βροντερή του φωνή ο αγαθός παπα-Πάσχας, ενώ το ποίμνιο παρακολουθούσε με ευλαβική κατάνυξη.
«Μα τι γυρεύεις επιτέλους γιε μου;», ρώτησε εκνευρισμένος ο μπαρμπα-Θανάσης, βλέποντας το Γιώργη να κοιτάει γύρω του ερευνητικά, χωρίς να δίνει την απαιτούμενη προσοχή στη θεία λειτουργία. «Δεν ερχόμαστε στην εκκλησία για να κοιτάμε τις κοπελιές. Για συμμαζέψου λίγο…»
Ο Γιώργης γύρισε και τον κοίταξε απορημένος. «Όχι, όχι, πατέρα, απλώς ψάχνω να βρω που πήγε ο κύριος με τα σού. Ξέρεις, τρελαίνομαι για κάτι τέτοια εκλαιράκια, σουδάκια, κωκ… κανένα κανταΐφι… Το γαλακτομπούρεκο…»
Ο μπαρμπα-Θανάσης ήταν έτοιμος να του σβουρίξει μια ανάποδη, αλλά ντράπηκε τον ιερό χώρο και αρκέστηκε να του αστράψει ένα φούσκο.

Η λειτουργία εντωμεταξύ έφτασε στο τέλος της. Οι ευσεβείς χωριανοί σταυροκοπήθηκαν ευλαβικά και άρχισαν να αποχωρούν σιγά-σιγά από την εκκλησία πισωπατώντας (και πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο) ενώ ο κουασιμόδος ηχούσε χαρμόσυνα τις καμπάνες. Ο παπα-Πάσχας κατέβηκε από τον άμβωνα, ακολούθησε το πλήθος στο προαύλιο της εκκλησίας, και ξαφνικά υψώνοντας τα χέρια τους έκανε όλους να σταματήσουν να περπατάνε και να μιλάνε, περιμένοντας ν ακούσουνε τι θα τους έλεγε ο άγιος εκείνος άνθρωπος. Μύγα να πετούσε εκείνη την ώρα στο προαύλιο της εκκλησίας, θα ακουγόταν – αν βέβαια δεν ήταν ο Γιώργης, που έκανε ένα τρομερό θόρυβο φυσώντας τη μύτη του.
Όταν επιτέλους έγινε απόλυτη ησυχία, ο παπα-Πάσχας ύψωσε ακόμα περισσότερο τα χέρια του. «Απόψε νιώθω τη δύναμη του θεού μέσα μου» είπε απλά με στεντόρεια φωνή.
«Καλέ παπα-Πάσχα, κάνε ένα θαύμα!», φώναξαν ενθουσιασμένοι οι πιστοί.
«Θαύμα! Θαύμα! Ενα θαύμα, παπα-Πάσχα», αλάλαζαν όλοι.
Ο παπα-Πάσχας υποκλίθηκε σεμνά, χαιρέτησε τα πλήθη και προχώρησε προς την άκρη της πλατείας όπου ήταν καθισμένος ένας κουρελής ζητιάνος. Ο αγαθός ιερέας στάθηκε από πάνω του.
«Άρον τον κράβατόν σου και περιπάτει!», φώναξε δυνατά στο δυστυχισμένο.
«Άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν!» συμπλήρωσε με τη βροντερή φωνή του ο ψάλτης, ο Τιμόθεος, σκύβοντας δίπλα στον παπα-Πάσχα και φωνάζοντας τόσο δυνατά μέσα στο αυτί του ώστε ο άγιος άνθρωπος γύρισε και τον κοπάνησε στο κεφάλι με την αγιαστούρα του.
«Με το συμπάθειο, αφεντάδες μου», απάντησε ο ζητιάνος, «αλλά του λόγου μου δεν είμαι γραμματιζούμενος και δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε».
«Σήκω άνθρωπε! Σήκω και περπάτα!» επανέλαβε μεγαλόφωνα ο παπα-Πάσχας, με μια φωνή δυνατή όσο οι σάλπιγγες που γκρέμισαν τα τείχη της Ιεριχώς.
Ο ζητιάνος πετάχτηκε πάνω τρομοκρατημένος. «Και που να πάω;» ρώτησε.
«Θαύμα! Θαύμα!» φώναζε ενθουσιασμένο το πλήθος. «Ο παράλυτος σηκώθηκε!»
«Μα δεν είμαι παράλυτος… Τυφλός είμαι…» τόλμησε να ψελλίσει τρομαγμένος ο τυχερός.
Ο παπα-Πάσχας δεν ήταν από εκείνους που μπορεί να τους κόψεις τη φόρα με δυο κουβέντες. «Τυφλός, παράλυτος, αυτά είναι λεπτομέρειες», του είπε κοιτάζοντάς τον με καλωσύνη. «Όλοι οι αμαρτωλοί μπροστά στα μάτια του θεού είσαστε ίδιοι». Έπιασε με τα δυνατά του χέρια το μπαστούνι του ζητιάνου και το τσάκισε στα δύο. «Δε θα το χρειαστείς πια αυτό», του είπε χαμογελαστός καθώς πέταγε μακρυά τα κομμάτια. «Πήγαινε τώρα».
«Μα που να πάω; Αφού είμαι τυφλός, δε βλέπω…»
«Ήσουν τυφλός στη χάρη του θεού! Τώρα βλέπεις!» απάντησε ο παπα-Πάσχας με ύφος που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα.
«Πως τα λέει ο παπα-Πάσχας μας!» ψιθύρισε με θαυμασμό ο μπαρμπα-Θανάσης.
«Άξιος, φίλε μου, άξιος!» συμφώνησε ο Μανωλιός της κυρά-Μαριγώς. «Αυτός δεν είναι παπάς, είναι παπάρας!»
«Βλέπεις λοιπόν, καλέ μου άνθρωπε», είπε πειστικά ο παπα-Πάσχας.
«Ναι, βλέπω…», ψιθύρισε ο ζητιάνος συνεπαρμένος από τη θεία χάρη.
«Βλέπεις!»
«Βλέπω!»
«Βλέπεις!»
«Άγιε μου άνθρωπε, ξαναβρήκα το φως μου!»
«Θαύμα! Θαύμα!» φώναξαν οι πιστοί. «Ο παράλυτος ξαναβρήκε το φως του!»
«Και τώρα μπορείς και να περπατήσεις», συμπλήρωσε επίμονα ο παπα-Πάσχας.
«Ναι, αλλά και πριν μπορούσα να περπατήσω», διαμαρτυρήθηκε ο ζητιάνος.
«Ναι, αλλά και τώρα μπορείς να περπατήσεις», απάντησε θριαμβευτικά ο ιερέας.
«Θαύμα, θαύμα, ο τυφλός μπορεί να περπατήσει!»
Ο τυφλός ευχαρίστησε με δάκρυα στα μάτια τον άγιο εκείνο άνθρωπο και άρχισε να περπατάει παραπατώντας.
Το πλήθος των πιστών ήταν πια έξαλλο από ενθουσιασμό. «Αμήν, αμήν!», φώναζαν. «Αλληλούια! Πα-πα-Πάσχας-ολέ, ολέ, ολέ!»

Αποχώρησαν όλοι χαρούμενοι και ευτυχισμένοι που είχαν την υπέρτατη ευτυχία να παραστούν σε ένα ακόμα μεγάλο θαύμα του παπα-Πάσχα, ενώ ο τυφλός, απαρατήρητος, έπεφτε με τα μούτρα μέσα σε ένα μεγάλο χαντάκι γεμάτο με κοπριά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s