Οι τρεις πριγκίπισσες

Οι Τρεις Πριγκίπισσες είναι το πρώτο παιδικό μυθιστόρημα του Γιώργου Νικολόπουλου, σε εικονογράφηση της Σάντρας Ελευθερίου, που κυκλοφόρησε στη Λευκωσία τον Απρίλη του 2010.

Μπορείτε να το αγοράσετε είτε από το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου είτε στην Ελλάδα από τον Ιανό.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΛΗΘΕΙΑ

Γιώργου Νικολόπουλου: Οι τρεις Πριγκίπισσες
Έξυπνο παραμύθι. Και ευθύβολο. Μολονότι είναι γραμμένο για μικρούς, διαβάζεται άνετα και από μεγάλους. Αυτό, άλλωστε, είναι το κλειδί της επιτυχίας στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας.
Η κατάργηση του χρόνου, με την έννοια ότι η ηλικία παύει να αποτελεί κριτήριο για την απόλαυση, ή τη μη απόλαυση, ενός αναγνώσματος. Ο Γιώργος Νικολόπουλος, με τις Τρεις Πριγκίπισσες, γίνεται, εθελουσίως, ένα έντομο που ζουζουνίζει στα αυτιά μας και μας προκαλεί στο κοινό ταξίδι. Ταξίδι που, όπως μας ενημερώνει εξ αρχής, θα χαρακτηρίζεται από σκαμπανεβάσματα και ζάλες – όπως μια τσουλήθρα στο λούναπαρκ.
[..] Η βασίλισσα κατάφερε να καθυστερήσει το μοιραίο για ένα χρόνο ακόμα, αλλά στο τέλος αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη λαϊκή θέληση και να παντρευτεί. Αφού δεν μπορούσε να διαλέξει σύζυγο, την απόφαση την πήρε το Συμβούλιο του Θρόνου. Και έτσι, θυγατέρες, βασιλιάς της Ταραγωνίας δεν έγινε άλλος παρά ο δημαγωγός, ο Λούτρινος (σελίδα 15).
Οπόταν, κυρίες και κύριοι, μαύρο φίδι που μας έφαγε. Ο Λούτρινος θα συμμαχήσει με τον μάγο Ταμπουρίνο, και από κοινού θα επιδιώξουν να κάνουν το βασίλειο ολόδικό τους. Και όταν η φιλοδοξία δαγκώσει, σαν μέδουσα, τους ανθρώπους, κάθε εμπόδιο οφείλει να εξαφανιστεί. Η λαγνεία της εξουσίας ξεφλουδίζει τις ψυχές, τις μεταμορφώνει σε λάσπες και εκεί, στη σκοτεινή τους πυκνότητα, το καλό κινδυνεύει να πνιγεί, να ηττηθεί, να σβήσει σαν το κερί που το φυσάει ο άνεμος. Δεν είναι μόνο οι διαρκείς ανατροπές, ούτε η λεπτή, σαν άμμος, αγωνία, ούτε μια αδιόρατη σάτιρα που καθιστούν συναρπαστική την ανάγνωση του παραμυθιού. Είναι και η αντιπολεμική του βάση.
Το σαφές μήνυμα ότι οι εχθροί αποτελούν, συχνά, δημιουργήματα που βολεύουν, και εξυπηρετούν, αρρωστημένα μυαλά. Γιατί, λοιπόν, να πολεμήσω με κάποιον που ζει στο πλάι μου ειρηνικά; Αλλά και γιατί να πολεμήσω με τον ίδιό μου τον αδελφό, όταν μόλις κατακαθίσει ο κουρνιαχτός, η νίκη θα έχει ντυθεί στα μαύρα; Επιπροσθέτως, ο Γιώργος Νικολόπουλος, παίζει χαριτωμένα με τα ονόματα των ηρώων και των ηρωίδων του, φτιάχνει σκαμπρόζικους διαλόγους και δεν αφήνει στιγμή τον υδράργυρο της περιέργειας να πέσει χαμηλότερα από τις επιτρεπόμενες τιμές.
[..] Πριγκίπισσα Έλενα! Μικρή πριγκίπισσα Έλενα! Τα σκονισμένα μάρμαρα του παλατιού αντιλαλούσαν από τις φωνές του Καθηγητή Ρουβίκωνα, του Πριγκιπικού Παιδαγωγού, μαζί με τον ήχο από τις παντόφλες που πάφλαζαν στο πάτωμα καθώς έτρεχε, αγκομαχώντας και βαριανασαίνοντας, με όλη τη σβελτάδα που του χάριζαν τα εκατόν τριάντα κιλά και η τεράστια κοιλιά του. Μικρή Πριγκίπισσα Έλενα! Μην κρύβεσαι, πρέπει να σου μιλήσω (σελίδα 19).
Γιατί, όμως, πρέπει να πάψει να κρύβεται η Πριγκίπισσα Έλενα; Επειδή της έλαχε ο κλήρος για μια μεγάλη, πολύ μεγάλη, αποστολή. Και το όνομα αυτής, Κορακοσπηλιά. Εκεί θα βρει τη λύση του γρίφου και, ταυτόχρονα, το όπλο με το οποίο θα αντιμετωπίσει το άσπλαχνο δίδυμο Λούτρινος-Ταμπουρίνος. Το παλάτι κατηλειμμένο, η βασίλισσα στο μπουντρούμι, οι άλλες δύο αδελφές σκορπισμένες, σαν τέφρες, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Τι μπορεί, άραγε, να κάνει η Έλενα απέναντι στη χιονοστιβάδα των ατυχιών; Πολλά μπορείς να κάνεις, τη διαβεβαιώνει ο Ρουβίκωνας, με την προϋπόθεση ότι θα ορθώσεις το ανάστημά σου και θα επιστρατεύσεις τις γνώσεις της.
Αλλιώς, Έλενα, χαιρέτα μας τον πλάτανο.
[..] Ξαφνικά, η εικόνα του βουνού χάθηκε από τα μάτια της Έλενας. Τώρα ήταν σαν να κοιτάει μέσα από το βάθος μιας σκοτεινής σπηλιάς. Έβλεπε τη Μιράντα, σε μεγαλύτερο μέγεθος τώρα, να πλησιάζει προς το μέρος της. Τη Μιράντα, πέντε χρόνια μεγαλύτερη. [εκάξι χρονών κοπέλα. Τρόμαξε να τη γνωρίσει. Φορούσε ένα γαλάζιο φόρεμα, τριμμένο και σκισμένο σε πολλά σημεία, και τα κόκκινα μαλλιά της ήταν κομμένα πολύ κοντά, σχεδόν αγορίστικά. Προσπάθησε να τη φωνάξει, αλλά είχε χάσει τη μιλιά της. Το κλειδί, άκουσε τη Μιράντα να μουρμουράει. Πρέπει να βρω το κλειδί.
Δεν είναι το όμορφο τέλος που γαλβανίζει αυτό το υπέροχο, και πανοραμικά εικονογραφημένο από τη Σάντρα Ελευθερίου, παραμύθι. Άλλωστε, κάθε παραμύθι που σέβεται τον εαυτό του τελειώνει όμορφα. Είναι η διαπεραστική ανάπτυξη του θέματος, ο αιχμηρός διάλογος και, εν κατακλείδι, η παρότρυνση, κρυμμένη δεξιοτεχνικά, λες και είναι η γάτα-Μιράντα της ιστορίας, πίσω από τις λέξεις, προς μικρούς και μεγάλους, για ένα κόσμο που να αγαπά και να αγαπιέται.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, Οι τρεις Πριγκίπισσες έχουν πάρει το Α’ βραβείο, για το 2008, στο διαγωνισμό που προκηρύσσει ο Κυπριακός Σύνδεσμος Παιδικού-Νεανικού Βιβλίου, και αθλοθετεί το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου.
Στο σκεπτικό της βράβευσης αναφέρονται τα εξής: το έργο εμπίπτει στην κατηγορία παραμυθιακό μυθιστόρημα. [ιακρίνεται για την πολύ καλή χρήση της γλώσσας, την ενδιαφέρουσα πλοκή και την άριστη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Στα θετικά του έργου μπορεί κανείς να αναφέρει επίσης τα πρωτότυπα ονόματα των
ηρώων, την εξέλιξη και κορύφωση και τα φιλειρηνικά μηνύματα τα οποία διαποτίζουν ολόκληρο το μύθο.
Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

1. ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΡΟΝΟ ΤΗΣ ΤΑΡΑΓΩΝΙΑΣ

Σωπάστε τώρα, θυγατέρες, ανοίξτε καλά τα αυτιά σας και και ακούστε την ιστορία μου. Πολλά πολλά χρόνια πριν, στη γη που τώρα είναι σκεπασμένη από τα νερά, απλωνόταν ένα μεγάλο βασίλειο, το βασίλειο της Ταραγωνίας.
Η Ταραγωνία ήταν μια χώρα ήσυχη και γαλήνια. Οι κάτοικοί της αντιπαθούσαν τα όπλα και τις μάχες και προτιμούσαν να καλλιεργούν τα γράμματα και τις τέχνες. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν γεωργοί, έμποροι, καλλιτέχνες και μάγοι.
Η Ταραγωνία δεν είχε ανάγκη από στρατό γιατί την προστάτευαν τρεις δυνάμεις: τα απάτητα βουνά που την περιτριγύριζαν από όλες τις μεριές, η Μίρα – Θεά της Γονιμότητας και Προστάτιδα της Ταραγωνίας – και η Σουπέρκα, η μεγάλη μάγισσα που κατοικούσε στην κορυφή του Ορους Πετροδάκτυλου, του ιερού βουνού που βρισκόταν στο κέντρο της Ταραγωνίας και που η κορυφή του ήταν πάντα χαμένη μέσα στην ομίχλη.
Μια σκοτεινή νύχτα του χειμώνα ο Καρβάλιαν, ο καλός και αγαθός βασιλιάς, κοιμήθηκε τον ύπνο του δικαίου και δεν ξαναξύπνησε. Βασίλισσα έγινε η μοναχοκόρη του, η νεαρή πριγκήπισσα Φλορεντίνα. Οι κάτοικοι της χώρας στενοχωρέθηκαν για το θάνατο του καλού βασιλιά, αλλά τους παρηγορούσε η σκέψη ότι βασίλισσα θα γινόταν η αγαπημένη τους Φλορεντίνα.
Πραγματικά, η όμορφη Φλορεντίνα έγινε βασίλισσα της Ταραγωνίας και έτσι κύλησαν μερικά ήσυχα χρόνια. Σιγά σιγά όμως, αποκτούσε δύναμη ένας νεαρός δημαγωγός, ο Λούτρινος. Ηταν ψηλός, ωραίος, γεροδεμένος, με ένα βλέμμα που μαγνήτιζε και μια φωνή που μάγευε τα πλήθη. Και το κεντρικό θέμα που γύριζε και ξαναγύριζε στις ομιλίες του ήταν πάντα το ίδιο: «Δεν είναι δυνατόν», έλεγε, «να μας κυβερνάει μια γυναίκα. Η βασίλισσα πρέπει να παντρευτεί και να παραδώσει την εξουσία στον άντρα της».
Οι κάτοικοι της χώρας, τον πρώτο καιρό, δεν έδιναν την παραμικρή σημασία σε αυτές τις ρητορείες. «Ποια διαφορά υπάρχει», αναρωτιόνταν, «ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, που να εμποδίζει τη γυναίκα να κυβερνήσει τη χώρα; Η Φλορεντίνα είναι πολύ καλή βασίλισσα και δε χρειαζόμαστε κανέναν άλλο για να μας κυβερνήσει».
Λίγο με το λίγο όμως, τα λόγια του Λούτρινου που έπεφταν στο χώμα, άρχιζαν να βρίσκουν γόνιμο έδαφος και να φυτρώνουν. Πολλοί ήταν οι αυλικοί, οι βουλευτές, οι πρίγκηπες και οι ευγενείς, που πίστευαν πως είχαν πιθανότητες να παντρευτούν τη Φλορεντίνα και να κυβερνήσουν τη χώρα. Και η γοητεία του Λούτρινου του έδινε μεγάλη απήχηση στη νεολαία, που άρχισε να βγαίνει στους δρόμους και να απαιτεί έναν άντρα στο θρόνο της Ταραγωνίας. Και έφτασε στο τέλος μια μέρα που το Συμβούλιο του Θρόνου παρουσιάστηκε στη Φλορεντίνα και της ζήτησε να παντρευτεί, ώστε η Ταραγωνία να μπορέσει να αποκτήσει βασιλιά.

2. ΤΡΕΙΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΕΣ

Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: Η Φλορεντίνα δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παντρευτεί.
Το Συμβούλιο της έδωσε διορία δύο μήνες για να μπορέσει να βρει τον κατάλληλο σύζυγο. Η νεαρή βασίλισσα πέρασε τον πρώτο μήνα καθισμένη στο κρεβάτι της και κλαίγοντας ασταμάτητα. Κάποια μέρα, μια γριά υπηρέτρια, βρήκε το θάρρος και πήγε να της μιλήσει. «Μην κλαις αρχόντισσά μου», της είπε. «Υπάρχει ένας τρόπος για να γλυτώσεις από τη δύσκολη θέση. Προσευχήσου στη Μίρα, τη Θεά της Γονιμότητας, και ζήτησέ της να σου χαρίσει ένα γιο. Μετά θα παρουσιαστείς στο Συμβούλιο και θα τους πεις ότι υπάρχει νόμιμος βασιλιάς της Ταρραγωνίας, ο γιος σου, και εσύ θα είσαι Αντιβασίλισσα μέχρι να ενηλικιωθεί. Έτσι κανείς δε θα μπορεί να σε υποχρεώσει να παντρευτείς».
Η βασίλισσα ενθουσιάστηκε με την ιδέα και το ίδιο κιόλας βράδυ, πριν κοιμηθεί, προσευχήθηκε στη Μίρα και της ζήτησε να της χαρίσει ένα γιο. Τη νύχτα, στον ύπνο της, παρουσιάστηκε η ίδια η θεά και της είπε: «Μόλις ξυπνήσεις το πρωί, πήγαινε στον κήπο σου και κόψε ένα κρίνο. Φτιάξε ένα τσάι με τα πέταλα του κρίνου και πιες το. Ύστερα, πήγαινε στο κρεβάτι σου και ξάπλωσε. Όταν κοιμηθείς, θα ονειρευτείς έναν άντρα. Όταν ξυπνήσεις, θα έχεις ένα γιο».
Η Φλορεντίνα έκανε όπως την πρόσταξε η θεά. Ήπιε το τσάι με τα πέταλα του κρίνου και ξάπλωσε για να κοιμηθεί. Όμως τη νύχτα δε μπόρεσε να ονειρευτεί κανέναν άντρα και το πρωί, καθώς ξύπνησε, είχε στην αγκαλιά της ένα πανέμορφο κοριτσάκι.
Το κοριτσάκι, όπως ήταν φυσικό, αφιερώθηκε στη θεά Μίρα και γι’ αυτό ονομάστηκε πριγκίπισσα Μιράντα. Όλος ο λαός χάρηκε για τη γέννηση της πριγκίπισσας και για το μεγάλο θαύμα της θεάς, και έτσι τα ύπουλα λόγια του Λούτρινου άρχισαν και πάλι να πέφτουν στο κενό. Πέρασε όμως ένας χρόνος και το θαύμα ξεχάστηκε κάπως και ο λαός άρχισε πάλι να μουρμουρίζει και το Συμβούλιο παρουσιάστηκε πάλι στη βασίλισσα και της ζήτησε να παντρευτεί…
Μετά από αρκετές μέρες γεμάτες θρήνους και μοιρολόγια, ένα βράδυ μπήκε από το παράθυρο στο δωμάτιο της βασίλισσας ένα μαύρο περιστέρι. Το περιστέρι μίλησε με ανθρώπινη φωνή και είπε: «Με έστειλε σε εσένα η μεγάλη μάγισσα Σουπέρκα. Βγάλε ένα φτερό από την ουρά μου, μάσησέ το καλά, και ξάπλωσε να κοιμηθείς. Αν τη νύχτα καταφέρεις να ονειρευτείς έναν άντρα, το πρωί θα έχεις ένα γιο».
Η Φλορεντίνα μάσησε το φτερό του περιστεριού και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Δεν ονειρεύτηκε κανέναν άντρα και το πρωί ξύπνησε με ακόμη ένα πανέμορφο κοριτσάκι στην αγκαλιά της.
Αυτό το κοριτσάκι, σύμφωνα με την επιθυμία της μάγισσας, ονομάστηκε πριγκίπισσα Βικτωρία. Και πάλι ο λαός χάρηκε και θαύμασε, και πάλι τα λόγια του Λούτρινου ξεχάστηκαν.
Πέρασε όμως άλλος ένας χρόνος, και το Συμβούλιο ήρθε για τρίτη φορά στη Φλορεντίνα και της ζήτησε να παντρευτεί.
Η προθεσμία των δύο μηνών πλησίαζε να περάσει και η βασίλισσα βρισκόταν σε απόγνωση. Ένα από τα τελευταία βράδια, καθώς έκλαιγε στον κήπο και τα δάκρυά της κύλαγαν μέσα σε μια λιμνούλα με νούφαρα, η Σελήνη την κοίταξε από ψηλά και τη λυπήθηκε. «Φλορεντίνα», τη ρώτησε με μια απαλή ασημένια φωνή, «γιατί κλαις;»
«Κλαίω, μεγάλη μητέρα», απάντησε η Φλορεντίνα με ένα ίχνος ελπίδας στη φωνή της, «γιατί σε λίγες μέρες θα με αναγκάσουν να παντρευτώ. Όμως εσύ, μήπως μπορείς να με βοηθήσεις και να μου χαρίσεις ένα γιο;»
Η Σελήνη την κοίταξε για λίγο ανέκφραστα. «Όχι, Φλορεντίνα», της απάντησε, «ακόμα κι’ εγώ δεν μπορώ να σου δώσω γιο. Μπορώ όμως να σου δώσω διάδοχο». Έριξε το φως της πάνω σε ένα μεγάλο νούφαρο που βρισκόταν στο κέντρο της λίμνης, και αμέσως εκείνο άνοιξε και παρουσιάστηκε ένα τρίτο πανέμορφο κοριτσάκι, η μικρή πριγκίπισσα Έλενα.

3. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Η βασίλισσα κατάφερε να καθυστερήσει το μοιραίο για ένα χρόνο ακόμα, αλλά στο τέλος αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη λαϊκή θέληση και να παντρευτεί. Αφού δεν μπορούσε να διαλέξει σύζυγο, την απόφαση την πήρε το Συμβούλιο του Θρόνου. Και έτσι, θυγατέρες, βασιλιάς της Ταραγωνίας δεν έγινε άλλος παρά ο δημαγωγός, ο Λούτρινος.
Πρώτη δουλειά του Λούτρινου, μόλις έγινε βασιλιάς, ήταν να χτίσει ένα καινούργιο μεγάλο παλάτι στην πρωτεύουσα της χώρας. Με την πρώτη ευκαιρία διέλυσε το Συμβούλιο του Θρόνου και κυβερνούσε με μοναδικούς του συμβούλους τους δυο πιστούς του λακέδες, τον Ανεμοδούρη και τον Χαμηλοθώρη. Την Φλορεντίνα, με τις τρεις μικρές της κόρες, την έστειλε να μείνει σε ένα παλιό πύργο στην εξοχή, μέσα στα βασιλικά κτήματα.
Αυτό ήταν πολύ ευχάριστο για τη νεαρή βασίλισσα, που δεν αγαπούσε την εξουσία και αγαπούσε ακόμα λιγότερο τον Λούτρινο. Μεγάλωσε μόνη της τις τρεις μικρές πριγκίπισσες, που πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια ευτυχισμένες και αγαπημένες.
Η πριγκίπισσα Μιράντα ήταν από μικρή πολύ σοφή. Σε ηλικία οχτώ χρονών είχε κιόλας διαβάσει ολόκληρη τη Βασιλική Βιβλιοθήκη της Ταραγωνίας. Τα αγαπημένα της βιβλία ήταν η Γέννηση Των Θεών και το Τέλος Των Ημερών, και δε χόρταινε να διαβάζει οτιδήποτε αναφερόταν στη θεά Μίρα. Όταν οι υπηρέτες και οι μαγείρισσες είχαν κάποια διαφωνία, πάντοτε ερχόντουσαν στη Μιράντα για να τους τη λύσει.
Η πριγκίπισσα Βικτωρία, από πολύ μικρή, φαινόταν ότι είχε πολύ μεγάλες δυνάμεις. Ήταν τριών μόλις χρονών όταν μεταμόρφωσε το δάσκαλο του πιάνου της σε σαρανταποδαρούσα επειδή της έκανε παρατήρηση για τον τρόπο με τον οποίο έπαιξε ένα κομμάτι. Κατά βάθος όμως ήταν ένα πολύ καλόκαρδο κορίτσι, γι’ αυτό και στη γιορτή του, την επόμενη χρονιά, του χάρισε σαράντα μικρά παντοφλάκια για να μην κρυώνει το χειμώνα πάνω στα παγωμένα μάρμαρα του παλατιού.
Η μικρή πριγκίπισσα Έλενα ήταν ένα πολύ ήσυχο κοριτσάκι. Δε μίλαγε πολύ, αλλά της άρεσε να χορεύει. Κάθε νύχτα έβγαινε κρυφά στον κήπο και χόρευε κάτω από το φως του φεγγαριού, χόρευε με τον ήχο των άστρων, στα νούφαρα της λίμνης, πάνω στα κλαδιά των δέντρων. Όσοι την έβλεπαν ένιωθαν ένα αίσθημα μυστηρίου να τους τυλίγει, μια αλλόκοτη δύναμη που δεν έβρισκαν λόγια να την περιγράψουν.
Έτσι λοιπόν μεγάλωναν οι τρεις μικρές πριγκίπισσες, αγαπημένες και ευτυχισμένες, μέχρι τη μέρα που η πριγκίπισσα Μιράντα έγινε έντεκα χρονών. Τότε εμφανίστηκε ξαφνικά στο παλάτι μια ιέρεια από το Ναό της Μίρα και ζήτησε από τη νεαρή πριγκίπισσα να την ακολουθήσει στο Ναό για να αφιερωθεί στη θεά. Η βασίλισσα Φλορεντίνα έκλαιγε και θρηνούσε, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί την επιθυμία της θεάς. Η Μιράντα αποχαιρέτησε με συγκίνηση τις αδελφές της και έφυγε για το Ναό.
Ένα χρόνο αργότερα, ένα μαύρο ελάφι εμφανίστηκε στο παλάτι και ζήτησε από τη νεαρή πριγκίπισσα Βικτωρία να ανέβει μαζί του στο Όρος Πετροδάκτυλο για να υπηρετήσει τη μεγάλη μάγισσα Σουπέρκα. Και πάλι η βασίλισσα έκλαψε με μαύρο δάκρυ, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στην απαίτηση της μάγισσας. Η πριγκίπισσα Βικτωρία αγκάλιασε τη μικρή της αδελφή, καβάλλησε το ελάφι και ξεκίνησε για το μακρύ της ταξίδι.
Έτσι λοιπόν, μοναδική διάδοχος του θρόνου έμεινε η μικρή πριγκίπισσα Έλενα. Πέρασαν ακόμη τέσσερα χρόνια, χωρίς τίποτε να ταράξει την ησυχία της βασίλισσας Φλορεντίνας και της μικρής πριγκίπισσας, στο μεταξύ, όμως, στο μεγάλο κόσμο συνέβαιναν πολλά, που σε λίγο θα γκρέμιζαν τη γαλήνη τους σαν ένα πύργο από τραπουλόχαρτα.
Ησυχάστε τώρα, θυγατέρες, και μην πειράζετε το αδράχτι μου. Από αυτή τη στιγμή, ξεκινάει η ιστορία της γενιάς μας.

Advertisements

2 Responses to Οι τρεις πριγκίπισσες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s