ΣτρατοΣφαίρες

ΣτρατοΣφαίρες

…δεν είναι που μας αναγκάζουν να πουλάμε το κορμί μας για ένα κομμάτι ψωμί,
το χειρότερο. Είναι που κανένας πια δεν μας αγοράζει.

Σαν πέφτει το δείλι

Κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι,
οκνοί στρατοκόποι στη μέση του δρόμου.
Στεκόμαστ’ εδώ, με σφιγμένα τα χείλη,
εκπρόσωποι σάπιοι ασήμαντου νόμου.

Οκνοί στρατοκόποι, στη μέση του δρόμου…
Κι’ οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι
(εκπρόσωποι – σάπιοι – ασήμαντου νόμου)˙
μα είμαστε ίδιοι κι’ εμείς και οι άλλοι.

Κι’ οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι,
διαβάτες σκυφτοί σε στρυφνό μονοπάτι –
μα είμαστε ίδιοι κι’ εμείς και οι άλλοι:
χαμένες ψυχές σ’ αχυρένιο παλάτι.

Διαβάτες σκυφτοί, σε στρυφνό μονοπάτι,
και βήμα στο βήμα ένας ένας τραβάμε˙
χαμένες ψυχές, σ’ αχυρένιο παλάτι
που φοβόμαστε τόσο: γι’ αυτό προχωράμε.

Και βήμα στο βήμα ένας ένας τραβάμε
– άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας –
που φοβόμαστε, τόσο, γι’ αυτό προχωράμε
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας.

Άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας,
σκιαγμένοι απ’τα δώρα που η νύχτα θα στείλει,
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας,
κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι…

Ο Δρόμος

Όλα δρόμος.
Είναι η αλήθεια του κόσμου, η αλήθεια μας;…
Μακρινές σιωπές. Σιωπές αέναες.
Κάθε βήμα, μια καινούργια αρχή. Ατελείωτοι ορίζοντες.
Η νύχτα κατεβαίνει, μας σκεπάζει με τα πέπλα της.
Προχωράμε με το φως των αστεριών. Ο κάμπος, γύρω, ένα πέλαγος από μαύρο βελούδο.

Ακόμα μια μέρα στο δρόμο.
Το ταξίδι είναι ο προορισμός μας.
Αυτοκίνητα λιγοστά, πεζός κανείς. Αρχίζει να βρέχει.
Η βροχή δυναμώνει, μας μουσκεύει μέχρι το κόκκαλο.
Μακρινά αγριοπερίστερα σηκώνονται, διαλαλούν το μούχρωμα.

Σε μια στροφή του δρόμου, ένα μικρό χωριό, ξαφνικά, ισορροπώντας στην πλαγιά του βουνού, ανάμεσα στα δέντρα.
Ευκαιρία για μια γρήγορη στάση, στο καφενείο.
Λιγοστές κουβέντες. Ο δρόμος έχει γίνει η μόνη μας πραγματικότητα.

Ο ήλιος ακίνητος στο στερέωμα, σαν πύρινος μύθος.
Προχωράμε, μα εκείνος στέκεται.
Τα χρώματα του κόσμου έχουν γίνει αλλόκοτα, θαμπά, θρυμματισμένα.
Ένα μακρινό σύννεφο: θα είναι η σωτηρία μας;

Τοπίο στην ομίχλη. Μια σειρά από χαμηλούς λόφους ξεπροβάλλει, θαρρείς από το πουθενά.
Από την άλλη μεριά, μια θάλασσα του τίποτα.
Πέφτει ξανά το βράδυ. Όλα δρόμος.

Βράδυ

Στέκουν βουβοί στο σκοτάδι
μέσα στις σκέψεις χαμένοι
– έπεσε πάλι το βράδυ –
ύπνο κανείς δεν προσμένει
(που λύτρωση φέρνει μαζί του
σαν γείρει γλυκά το κορμί του)

Είν’ η ζωή μας καράβι
καραβοκύρης ο χρόνος
τόχουνε πια καταλάβει
φεύγει καθένας τους μόνος
όσα μαζί κι’ αν περάσαν
κάπου στο δρόμο τα χάσαν

Στέκουν, κι’ η σκέψη γυρνάει
σε κάποιο φριχτό μεσημέρι
κάποιος και πάλι μιλάει
τι λέει, κανείς τους δεν ξέρει:
ριγμένα, σπασμένα κομμάτια
κλεισμένα, σβησμένα τα μάτια

Στέκουν, και σπάνια μιλάνε
– λόγια χωρίς σημασία –
μόνες οι σκέψεις περνάνε:
για κάποια χαμένη θυσία,
και πόσο πικρή είν’ η ζωή σου
σαν φεύγεις μετά απ’ το παιδί σου

Τα τρένα

Περιμένοντας τα τρένα που έφυγαν…
Τα τρένα που έφυγαν…
Τα τρένα που έφυγαν…

Κάθε φορά, την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή, ο επιβάτης θα σηκώσει το δεξί του χέρι, θα πιαστεί από τη χειρολαβή, θα ανασηκωθεί όρθιος, θα κοιτάξει έξω από το ανοιχτό παράθυρο, θα πάρει μια βαθιά ανάσα, θα νιώσει τη μυρωδιά των παιδικών του χρόνων, και τότε, και τότε…

Τη νύχτα πάντα περνάνε τα τρένα που έχασες. Εκείνα τα τρένα που περνάνε μόνο πολύ αργά, ή πολύ νωρίς, ή τη στιγμή ακριβώς που δεν τα περιμένεις.

Κλέφτες

«Υποπτεύομαι ότι μας κλέβουν», είπα. «Μας κλέβουν τις ζωές, μας κλέβουν τα όνειρα, μας κλέβουν όλα αυτά που μας ανήκουν».

«Χουμφ, χουμφ», απάντησε μέσα από τα δόντια του ο επιστάτης, στέλνοντας ένα δαχτυλίδι μαύρου καπνού ν’ ανέβει ψηλά στον ουρανό. «Κι’ εγώ κάθε βράδυ ακούω φωνές στην αποθήκη», συνέχισε τραβώντας τη μαύρη καλύπτρα και ξύνοντας το μοναδικό του μάτι, «μα όποτε ρωτήσω μου λένε πάντα πως δεν είναι Κανένας».

Κοράκια

Άσπρα κοράκια
μαύρα κοράκια
κρα!
(κρα…)

Βαδίζοντας ασταμάτητα κάτω από τον καυτό ήλιο, μέσα στη βροχή, στη χιονοθύελλα, οι σύντροφοι πέφτουν ένας ένας στις λάσπες, οβίδες σκάνε γύρω μας, πάνω μας, άνθρωποι χωρίς χέρια, χωρίς πόδια, χωρίς κεφάλι…

Τρέχουμε σαν τρελοί προς το απέναντι χαράκωμα, το απέναντι χαράκωμα είναι η ελπίδα, είναι η ζωή, είναι το φως, είναι η υπόσχεση για ένα ζεστό καλοκαιριάτικο απόγευμα με τη Μαρία, για ένα μικρούλικο ζευγάρι καλτσάκια, για το χαμόγελο στο ρυτιδιασμένο πρόσωπο της μητέρας…
Με την ξιφολόγχη να σκοτώσεις, να ζήσεις, να σκοτώσεις, να ζήσεις, να σκοτώσεις, να ζήσεις, μέχρι να… μέχρι να…

Άσπρα κοράκια
μαύρα κοράκια
κρα!
(κρα…)

Οι στίχοι στο τέλος της ιστορίας

Οι στίχοι έχουν αυτιά.
Οι στίχοι έχουν γλώσσα και μάτια τυφλά που βλέπουν μόνο προς τα μέσα.
Μυρμήγκια γίνονται, κάτω από τα ρούχα σας.
Μύγες χοντρές, πετώντας πάνω απ’ το πτώμα της Ιστορίας.

… και μυριάδες νεκροί είναι να βγουν από τους τάφους τους, όταν έρθει η Χάλκινη Εποχή.
Και οι νεκροί θα δείχνουν το δρόμο στους ζωντανούς, με σημαίες και με λάβαρα και με ζουρνάδες, και όλοι μαζί θα πορευόμαστε, και θα τραγουδάμε και θα χορεύουμε στους δρόμους, πνιγμένοι μέσα στο αίμα, και δε θα μας νοιάζει αν είναι το αίμα το δικό μας ή του αδερφού ή του γείτονα γιατί τότε δε θα υπάρχουν πια σύνορα και όλοι θα είμαστε ένα…

Επανάσταση

Κάθε μέρα χτυπούσες την πόρτα του μεγάλου πύργου και κανείς δε σου άνοιγε.
Κάθε μέρα σε ρώταγε ο φύλακας «Τι θέλεις;» κι’ εσύ αποκρινόσουν «Ήρθα να δω τους άρχοντες» κι’ εκείνος έλεγε «Κανείς δεν επιτρέπεται να δει τους άρχοντες» κι’ εσύ του απαντούσες «Κάποια μέρα, κάποια μέρα θα ξεσπάσει η επανάσταση και τότε αυτό το κάστρο θα γκρεμιστεί συθέμελα και οι άρχοντες που πίνουν το αίμα μας τόσα χρόνια θα πληρώσουν για όσα μας έκαναν» και ο φύλακας γέλαγε, και σε χτύπαγε φιλικά στην πλάτη και σούλεγε «Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα τα ξαναπούμε».

Χτες το βράδυ, αποκαμωμένος, κοιμήθηκες στα σκαλοπάτια του μεγάλου πύργου.
Το πρωί σηκώθηκες, τεντώθηκες, και χτύπησες την πόρτα.
«Τι θέλεις;» σε ρώτησε ο φύλακας κι’ εσύ «Ήρθα να δω τους άρχοντες» του αποκρίθηκες. «Δεν υπάρχουν άρχοντες» απάντησε ο φύλακας κι’ εσύ απορημένος «Τι εννοείς;» τον ρώτησες.
Ο φύλακας σε κοίταξε θλιμμένα. «Η επανάσταση έγινε χτες το βράδυ», είπε. «Την έχασες επειδή κοιμόσουν. Τώρα δεν υπάρχουν πια άρχοντες. Τώρα είμαστε όλοι ίσοι και ελεύθεροι».
«Τότε…μπορώ να μπω;» ρώτησες διστακτικά.
«Όχι», σου απάντησε. «Είμαι τώρα ο Φύλακας της Επανάστασης. Και η επανάσταση κινδυνεύει από κάτι ανθρώπους σαν εσένα».

Θυσία

Κι’ όμως όχι, δε θέλουμε να πεθάνουμε.

Όταν τα πουλιά τραγουδούν για την άνοιξη.
Όταν η άνοιξη κυλάει στις φλέβες μας.
Όταν η ανάσα της καινούργιας ζωής απλώνεται πάνω στη γη…
Πως θα μπορούσε κανείς να θέλει να λείψει από ένα τέτοιο πανηγύρι;

Όχι, δε θέλουμε να πεθάνουμε.
Δίνουμε μόνο τη ζωή μας, για τη ζωή.

Άννα του σκοπευτηρίου

Θα μπορούσες να είχες ζήσει, Άννα με το φωτεινό πρόσωπο.
Όλη η ζωή, σαν κάμπος απέραντος, απλωνόταν μπροστά σου.
Θα μπορούσες να είχες ερωτευτεί, να είχες χαρεί τον ήλιο. Να είχες κάνει παιδιά, να τα είχες δει να μεγαλώνουν.
Θα μπορούσες, γριούλα πια, να διηγείσαι ιστορίες στα εγγόνια σου τα βράδια, γύρω από το τζάκι.

Δεν πρόφτασες, Άννα με τα μεγάλα, καστανά μάτια.
Ο δρόμος της ζωής σου σταμάτησε σε κάποιο τοίχο, ένα πρωί που τα πουλιά κελαϊδούσαν.

Η ζωή μας χρωστάει τόσο πολλά…

Μόνο μια λέξη

Πόνος, πόνος, χτυπήματα, τσιγάρα σβήνουν στο στήθος σου, κι’άλλα χτυπήματα, καυτό μέταλλο σκίζει τη σάρκα σου, τα μάτια σου πια δε βλέπουν, τα αυτιά σου δεν ακούνε, πόνος, μόνος πόνος, και μια σκέψη μονάχα: Δε θα μιλήσω.

Περισσότερος πόνος, περισσότερα χτυπήματα, νιώθεις τα νύχια σου να ξεριζώνονται, τα δάχτυλα να σπάνε, ύστερα δε νιώθεις πια τίποτα, μόνο τον πόνο, χωρίς να μπορείς να προσδιορίσεις από που έρχεται, χωρίς να σε νοιάζει, μόνο να περιμένεις να σταματήσει, να σταματήσει, ουρλιάζεις αλλά δεν ακούς τη φωνή σου, σταματήστε, σταματήστε επιτέλους, δεν αντέχω άλλο, σταματήστε, και μετά χάνεις τις αισθήσεις σου, επιτέλους η λύτρωση, ηρεμία, γαλήνη, και ξαφνικά στο στόμα σου μια λέξη, μόνο μια λέξη, μια τοση δα λέξη, χωρίς να ξέρεις από που ήρθε, μια μονάχα τελευταία λέξη: ελευθερία!

Νύχτα

Περπατούσαμε όλη νύχτα για να τους προφτάσουμε. Μέσα στα χιόνια. Τα πόδια είχαν πρηστεί μέσα στις αρβύλες.

Περάσαμε το ύψωμα και είδα το χλωμό φεγγάρι μπροστά μου να με κοιτάζει κατάματα.
«Γιατί περπατάς, παλληκάρι;» με ρώτησε θλιμμένα.
«Γιατί πρέπει να φτάσω», του αποκρίθηκα. «Πρέπει να τους προλάβω».
Δε μίλησε.

Περπατούσαμε όλη τη νύχτα για να προλάβουμε τη συνάντηση με το θάνατο.

Οι στίχοι στον αέρα

Λέξεις βαλμένες η μια πίσω από την άλλη
λέξεις η μια δίπλα στην άλλη
η μια κάτω από την άλλη
λέξεις
λέξεις
ανοίγεις το κεφάλι σου
παίρνεις το χαρτί
πιάνεις το στυλό

τα βγάζεις όλα από μέσα και τα αφήνεις πάνω στον πάγκο

φουσκώνουν σαν το αλεύρι
που φουσκώνει μόνο του
φουσκώνουν σαν
τον αιθέρα
και πετάνε
στον αέρα
και πετάνε
στα σύννεφα
και πετάνε
στον
αέρα

Ηλέκτρα, όποτε ήταν

Και όταν γκρεμίσεις την αχυρένια καλύβα, μόνη μόνη μόνη σε ένα εχθρικό (φιλάσθενο) σύμπαν, δακρισμένη από τον Κρότο και τη Λάμψη, τότε το σιδερένιο χέρι θα σηκωθεί και θα προσπαθήσει να σε λιώσει – ναι – σαν σκνίπα – (σαν μια σκνίπα) – ναι – διαβρώνοντας την μυστική σου ουσία, βομβαρδισμένο πέλαγος από συναισθήματα…

κάποια μέρα θα ανέβω στην κορυφή του λόφου
κάποια μέρα θα βρω τη γέφυρα από φεγγαρόσκονη
κάποια μέρα θα ανέβω στην κορυφή του λόφου

σπασμένα τζάμια χώνονται στις παλάμες σου, θραύσματα από κρυστάλλινες χειροβομβίδες, σαν καζάνι που σιγοβράζει
μέχρι να σπάσει
μέχρι να ξεσπάσει
μέχρι να ξεσπάσουμε

Γράφω

Γράφω
με το μαχαίρι στο λαιμό
Γράφω
πρέπει να τελειώσω πριν πέσει η νύχτα
σκοτεινιάζει
Γράφω
μια λέξη, δύο λέξεις
και πάλι
μια λέξη, δύο λέξεις

σκοτεινιάζει
Γράφω
με αίμα

μόνο, με αίμα

Εσείς, σκοτεινές σκιές

Σκιές από το μέλλον. Λαμπερές ή σκοτεινές σκιές. Κοιτάζοντας από το φινιστρίνι. Τη στιγμή που το εκκρεμές ταλαντεύεται. Ένας ωκεανός από ροδοπέταλα στροβιλίζεται γύρω μας, πολύχρωμη χιονοθύελλα. Ύστερα οι στιγμές σκίζονται στα δύο, χωρισμένες από ένα αόρατο ξίφος.

«Τρεις φορές», είπες. «Τρεις φορές μονάχα. Και μετά τέρμα. Τέρμα».
Και τέρμα.

Βροχή

όχι, δε θα φοβηθούμε τη βροχή
την ατσάλινη βροχή
καθώς οι βόμβες πέφτουν γύρω μας
ο αέρας τυφλώνεται
η λάμψη μας καίει τα βλέφαρα
και καθώς θα δακρύσεις
καθώς θα γυρίσεις το κεφάλι
καθώς η μέρα θα σκοτεινιάζει
όχι, δε θα φοβηθούμε τη βροχή

όχι, να μη φοβηθούμε τη βροχή
τη ραδιενεργή βροχή
καθώς ο άνεμος φυσάει και μας θερίζει
οι πληγές του φαραώ χαραγμένες στο
σώμα μας
το βλέμμα σηκώνεται στ’ αστέρια
δεν τα βλέπει
δεν βλέπει, το βλέμμα
και μακριά η μέρα βαριανασαίνει
να μη φοβηθούμε τη βροχή

Βλέμμα

Τόσες μηχανές
με τα μάτια καρφωμένα στο σούρουπο
εικόνες ψεύτικες
χίμαιρες
σέρνονται
κάτω από το χαλάκι της εξώπορτας
και ένα τσιγάρο
φέρνει άλλο ένα τσιγάρο
και στο λαβύρινθο χωρίς μινώταυρο
αργοκυλάω
και στριμώχνομαι
κάτω από το χαλάκι της εξώπορτας
χωρίς
ένα
βλέμμα

Στο τζάμι

χτυπάω το χέρι στο τζάμι
και ακούγεται ένας ήχος
βρεγμένος
από χάρτινα
όνειρα
που
τσαλακώνονται
όπως
κυλάει
το νερό
της βροχής
κάτω από τα χάρτινα
αστέρια
που τσαλακώνονται
και δεν έχουν
μια δεύτερη
ευκαιρία

Ομίχλη

όχι δεν χρειαζόμαστε άλλα έξυπνα ποιήματα, άλλα κρυμμένα μηνύματα, άλλα θαύματα από ασημένιες κούκλες που κρυφοκοιτάζουν την αστερόσκονη σαν πέφτει το δείλι και όταν έρθει εκείνη η ώρα που τα φαντάσματα θα βγουν επιτέλους από τις φωλιές τους και θα περπατήσουν πάνω και κάτω και μέσα και έξω και στην ερημιά που σιγοκλαίει και στην ερημιά που σιγοκαίει και στην ερημιά που αναδεύεται σε έναν ωκεανό μαλακών μορίων και μαλακών υπογαστρίων
θα ξανανέβω στην κορυφή του λόφου και όλα θα είναι χαμένα μέσα στην
ομίχλη

Αρχινάει πάλι

Αρχινάει πάλι
μια θύελλα
από πεινασμένα στόματα
και πρησμένες κοιλιές
παιδιά των δακρύων
και μάτια στο χρώμα της μέντας
στο σχήμα του σαπουνόνερου
και στον ήχο των καρφιών
που καρφώνουν για τελευταία φορά

και βρέχει ο ουρανός
επί δικαίων
και αδίκων

ώρα μηδέν

θέλω να… θέλω να…

θέλω να νιώσω τον ήχο των κεριών
ν’ αφουγκραστώ την ανάσα των πατημένων φύλλων

θέλω να… θέλω να…

ψάχνω να βρω
μέσα στη βροχή
είναι όλα τόσο παράξενα, σήμερα
ν’ αφουγκραστώ…

ούτε και αυτή τη νύχτα δεν…
αλλά πάλι…
αλλά όχι, δεν…
– Ίσως αύριο, ε;
Χαμογελάς…

θέλω να… θέλω να…

Σκιές τρίζουν στη γωνία. Όχι. Τα τζάμια τρίζουν. Όχι. Οι σκιές.

θέλω να χορέψω πάνω στις στάχτες σου

Διάλειμμα.
Βγαίνω από την πόρτα που οδηγεί πίσω στο μέλλον. Κοιτάζω στον καθρέφτη. Όλα είναι μπλε. Πίσω μου. Μπλε τριαντάφυλλα μαραίνονται πάνω στα κύματα. Βουλιάζουν. Στα βουβά. Κύματα.
Όχι άλλα δάκρυα για τον Αλέξη…; Η μνήμη σβήνει. Καθώς σβήνει ο ήχος που με τυλίγει. Μεταλλικός. Ήχος.
Είναι νύχτα.
Κοιμάμαι;
Ξυπνάω.
Μπλε.

Γράμματα με κραγιόν, πάνω στον καθρέφτη.
«Να θυμηθώ να ξεχάσω…».
Καληνύχτα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s