Χαμένες Ευκαιρίες

    ΠΡΟΛΟΓΟΣ: ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Σε είχα ρωτήσει «Ποιο είναι το νόημα της ζωής;».
Απάντηση δεν πήρα.
Υπομονετικά περίμενα τρεις χιλιάδες χρόνια, καθισμένος στα σκαλοπάτια σου.
Κι’ όταν κάποια στιγμή, απελπισμένος, αποφάσισα να εκφράσω την – δικαιολογημένη – δυσφορία μου για την υπερβολική καθυστέρηση, χαμογέλασες.
«Μάταια περιμένεις απάντηση», μου εξήγησες. «Έχεις κάνει τη λάθος ερώτηση».

    ΜΕ ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ: ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

ΑΥΡΙΟ

Ένα είναι το πρόβλημα με το αύριο.
Μπορεί να μην προφτάσει να γίνει χτες.

ΑΠΟΗΧΟΣ

Όσα χρόνια και να περάσουν
δε θα ξεχάσω ποτέ
τη γεύση από τα δάκρυά σου

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ

η ώρα μηδέν
το πλήρωμα του χρόνου
ρηχά ειναι, μπείτε

ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ…

Καμιά φορά, όταν οι ώρες τελειώνουν, ακούω το μοιρολόι μιας νεράιδας.

    ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ…: Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Ο χορός της βροχής άρχισε.
Αόρατες φωνές στροβιλίζονται γύρω μας, μπλέκονται στα πόδια μας, συλλαβίζουν τα όνειρά μας.
Ψάχνουμε τη βροχή σε μια άνυδρη έρημο.
Ο ήλιος καυτός, ανυπόταχτος, στολίζει το στερέωμα σαν πύρινος μύθος.
Κι’ εμείς ψάχνουμε τη βροχή στις φλέβες μας. Την ψάχνουμε στις καρδιές μας. Το αίμα που κυλάει μας θυμίζει την αποστολή μας.
Φωνάζουμε δυνατά. Τ’ αστέρια δε μας ακούνε.
Χτυπάμε τα πόδια μας στη γη. Ο ουρανός τρέμει. Τα σύννεφα πάλλονται.
Θα βρέξει;
Θα βρέξει;
Και ξανά: Θα βρέξει;

Γιατί αυτή τη βροχή, τη χρειαζόμαστε…

ΑΕΝΑΕΣ ΑΜΜΟΥΔΙΕΣ, ΟΛΟΕΝΑ

Αέναες αμμουδιές.
Αμμουδιές ξεχασμένες.
Η μνήμη του νερού ξεχειλίζει στην άμμο.
Κοιτάζοντας γύρω, ολοένα.
Το τραγούδι της σειρήνας μας θυμίζει τη νύχτα που έρχεται, τη μέρα που έφυγε.
Ολοένα και γλιστρούν, γλιστρούν γύρω μας.
Ολοένα και πάλι, το δίχως άλλο.

Θυμήσου το γιασεμί.
Το γιασεμί στην άμμο;…
Είναι η αλήθεια του κόσμου, η αλήθεια μας;

Γερμένοι πλάι.
Πλάι στο κύμα.
Ολοένα.
Το δίχως άλλο.

ΑΡΓΩ ΝΑ ΓΕΙΡΩ

Αργώ να γείρω.
Στις λασπωμένες όχθες.
Εκεί που κουρνιάζουν τ’ αγριοπερίστερα, σαν πέφτει η νύχτα.
Στις μουσκεμένες όχθες.
Ένα άλλο καλοκαίρι.
Το τελευταίο καλοκαίρι, πριν από…
Εκείνο το καλοκαίρι.

Αργώ να γείρω.
Κοιτάζω τη μορφή σου, στο στερέωμα.
Τα όνειρα πέφτουν πάνω μας σαν χρυσή βροχή, μας μουσκεύουν μέχρι το κόκκαλο.
Φιλντισένια πουλιά διαλαλούν το μούχρωμα.
Τρελά πουλιά.
Στον ορίζοντα.
Τα κύματα πλησιάζουν, ορθώνονται μολυβένια.
Μέχρι τα σύννεφα.

Αργώ να γείρω.

ΑΛΙΚΗ

Επιστροφή στη χώρα των θαυμάτων.
Χάρτινα φτερά στους ώμους.
«Μη φεύγεις, Αλίκη». Ή, μάλλον, όχι. «Μη γυρίσεις. Ποτέ μη γυρίσεις».
Βιώνοντας την αίσθηση της απώλειας.
Μικρές, μεγάλες χαρές.

Το ποτάμι πλαταίνει, πλησιάζοντας στις εκβολές του.
Ο καιρός της επιστροφής, μήπως…;
Ή ίσως, «Όχι, είναι ακόμη ανεπίτρεπτο»…
Προσομοιώνοντας τις στιγμές με… «στάχτες»;

Πολύ φοβάμαι πως η επιστροφή, τελικά, ματαιώνεται.
Το ποτάμι, καθώς λένε, δε γυρίζει πίσω.
… Στερεότυπα;

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Στην ανέμη τυλιγμένη.
Δώσε κλώτσο να γυρίσει.
Φωτεινό μονοπάτι ξετυλίγεται ανάμεσα στ’ αστέρια.
Είναι αυτό το νόημα της ζωής;
Αναπάντητα ερωτήματα.

Ξαπλωμένος σε χειρουργικό τραπέζι, παλεύω με τον εαυτό μου.
Είμαι εδώ, είμαι αλλού;
Ή, μήπως, είμαι παντού;
Ο χρόνος κυλάει σαν υδράργυρος.
Φευγαλέες σκέψεις με διαπερνούν.
Μια τελευταία: Ζω;

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ

Καμιά φορά, όταν οι ώρες τελειώνουν, ακούω…

Από μακριά ξαπλώνεται, κυλά και τρεμοσβήνει
στην άκρη τ’ ουρανού.
Είν’ η αλήθεια μας καπνός, φωτιά και σκοτοδίνη
στο δαίδαλο του νου;

Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αρνηθείς, ποτέ να μη μου κρύψεις
εκείνο το παιδί
που ζει βαθειά μεσ’ στην καρδιά, και πέρα από τις τύψεις
καθάρια θα με δει.

Αν με προδώσεις θα χαθώ, για πάντα θα γυρίσω
στη μαύρη σκοτεινιά.
Κι’ όταν ακούσεις το λυγμό, να μην κοιτάξεις πίσω,
μον’ άνοιξε πανιά…

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ: ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΣΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

«ΠΛΥΝΕ ΤΑ ΔΟΝΤΙΑ ΣΟΥ», ΕΙΠΕΣ

«Πλύνε τα δόντια σου», είπες. «Με την καινούργια μας αστραφτερή οδοντόκρεμα, με ενεργό φθόριο και οξείδιο τιτανίου, που θα τα κάνει να γυαλίζουν σαν καθρέφτες.
Λούσε τα μαλλιά σου. Με το υπέροχο σαπούνι με άρωμα αμύγδαλου, φασκόμηλου και άγριας λεβάντας, για να γίνουν πλούσια, πυκνά και στιλπνά.
Άλειψε το κορμί σου, με το νέο συναρπαστικό αφρόλουτρο με βότανα, αγριολούλουδα και σπάνια μεταλλικά άλατα».

«Και η ψυχή μου;» σε ρώτησα. «Τι θα μου δώσεις για να καθαρίσω την ψυχή μου;»

Με κοίταξες απολογητικά. «Δυστυχώς τέτοια προϊόντα δεν έχουμε», μου απάντησες. «Δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση».

ΟΙ ΑΛΛΟΙ

«Και οι άλλοι;» ρώτησες. «Τι κάνουν οι άλλοι;»

«Οργώνουμε», σου απάντησαν. «Σπέρνουμε. Θερίζουμε. Γυρίζουμε τη μυλόπετρα. Μέχρι το επόμενο πρωί. Και πάλι οργώνουμε. Σπέρνουμε. Θερίζουμε. Γυρίζουμε τη μυλόπετρα. Μέχρι το επόμενο πρωί. Και πάλι. Μέχρι το επόμενο πρωί. Μέχρι το πρωί. Μέχρι το τελευταίο πρωί».

Χαμογέλασες ικανοποιημένος.
«Προπαντός, να μην ξεχνάνε τη μυλόπετρα», μου είπες. «Αυτό να τους πεις. Όσο είναι δεμένοι στη μυλόπετρα, δεν έχουν να φοβούνται τίποτε».
Σκέφτηκες για λίγο. «Ούτε κι’ εμείς», συμπλήρωσες. «Ούτε κι’ εμείς έχουμε να φοβόμαστε τίποτε. Όσο είναι δεμένοι στη μυλόπετρα».

ΒΡΑΔΥ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Έφτασε ξανά.
Βράδυ Κυριακής.
Βδομάδες διαδέχονται βδομάδες διαδέχονται βδομάδες.
Μήπως κάτι ξέχασα; Κάτι μου ξέφυγε; Μήπως έκανα κάποιο λάθος; Μήπως έκανα κάθε φορά το ίδιο λάθος, κάθε βράδυ Κυριακής;

Με κοίταξες με συμπόνια.
«Ένα μονάχα λάθος», μου εξήγησες. «Υπάρχει μόνο ΕΝΑ βράδυ Κυριακής. Μόνο μια Κυριακή. Έκανες ΕΝΑ λάθος. Ένα λάθος ήταν αρκετό».

ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΝΙΑ

Άνοιξα την τηλεόραση. Εκφωνητές αλαφιασμένοι ξεχύθηκαν στο σαλόνι μου.

Βία παντού. Τρόμος. Μάνα σκότωσε τα παιδιά της. Γιος σκότωσε τους γονείς του. Εγκληματικότητα. Η οικονομική κρίση. Θα πεινάσουμε. Θα πούμε το ψωμί ψωμάκι. Διεφθαρμένοι πολιτικοί. Σκάνδαλα. Ληστές. Διαρρήκτες. Η βίλα των οργίων. Έρχεται κύμα καύσωνα. Η χώρα σε πύρινο κλοιό. Ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Ποιοι σκότωσαν τον τριανταπεντάχρονο; Που έφτασαν τα spread; Αδίστακτοι τρομοκράτες. Η χώρα στο έλεος του χιονιά. Καίνε την Αθήνα. Κουκουλοφόροι. Που θα φτάσει φέτος το αρνί; Θα πεινάσουμε. Μπαίνουν στα σπίτια μας. Θα πεινάσουμε. Ο Μολώχ της ασφάλτου. Θα πεινάσουμε. Οι Γερμανοί ξανάρχονται. Θα πεινάσουμε.

Πετάχτηκα πάνω τρομαγμένος. «Πρέπει να κλειδώσω», είπα. «Ο εχθρός είναι παντού. Πρέπει να προστατευθούμε».

Ακούμπησες το μάγουλό σου στην τηλεόραση. «Δε χρειάζεται να κλειδώσεις», είπες σχεδόν αφηρημένα χαϊδεύοντας την οθόνη. «Ο εχθρός είναι ένας. Και βρίσκεται κιόλας εδώ».

ΠΡΟΚΡΟΥΣΤΗΣ

Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι του Προκρούστη.
«Εγώ ταιριάζω ακριβώς», μου είπες. «Εσύ περισσεύεις».
«Και τι μ’ αυτό;», ρώτησα.
«Μήπως είναι καιρός να κόψουμε κάτι; Κάτι περιττό; Κάτι άχρηστο, ίσως;»
«Δεν έχω κάτι περιττό», απάντησα. «Μόνο τα πόδια και το κεφάλι μου».
«Τα πόδια, πιστεύεις, είναι απαραίτητα;»
«Και βέβαια, για να κινούμαι».
«Και γιατί να κινείσαι; Όλα όσα χρειάζεσαι, βρίσκονται εδώ».
«Δίκιο έχεις, αλλά δεν ξέρω…»
«Σε βλέπω λίγο διστακτικό. Μήπως να κόβαμε το κεφάλι, καλύτερα;»
«Α όχι, όχι! Το κεφάλι το χρειάζομαι για να σκέφτομαι».
Γέλασες. «Μήπως θα ήταν καλύτερα να μη σκέφτεσαι;» ρώτησες. «Αυτή είναι η ρίζα όλων των προβλημάτων σου».
Σε κοίταξα ανήσυχος. «Αλήθεια, ο Προκρούστης που βρίσκεται;» σε ρώτησα για να αλλάξω την κουβέντα.
«Ο Προκρούστης;» είπες. «Σκεφτόταν πολύ. Αλλά μην ανησυχείς. Τώρα πια είναι καλά».

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Ρήγας καρό.
Ντάμα σπαθί.
Άσσος κούπα.
Φάντης μπαστούνι.
Έφτιαξες ένα στρατό από τραπουλόχαρτα και τον έστρεψες προς το μέρος μου.

«Έλα να πολεμήσουμε», είπες.
Κόντεψα να βάλω τα γέλια. «Να πολεμήσουμε;» σε ρώτησα. «Με τραπουλόχαρτα;»
«Δεν έχει σημασία το μέσο», απάντησες, «μόνο το μήνυμα».
«Και ποιο είναι το μήνυμα;»
«Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πόλεμο. Γιατί ο πόλεμος γίνεται μέσα μας».

ΜΝΗΜΕΣ ΕΝΟΣ ΞΕΡΙΖΩΜΟΥ … ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ

ΘΥΜΑΜΑΙ

Ακόμα θυμάμαι. Δυο μαύρα μάτια που καίγανε μέσα στη νύχτα. Πριν ξεσπάσει η άλλη φωτιά. Εκείνη που δεν έλεγε να σβήσει, κι’ όμως τά’σβηνε όλα στο διάβα της.

Δεν έχω ξεχάσει. Τη μυρωδιά του ασβέστη, στην αυλή. Τη μυρωδιά του φρεσκοβαμμένου ασβέστη. Και τους μενεξέδες.
Οι μυρωδιές μας σημαδεύουν, λένε. Ξυπνάνε εικόνες για πάντα θαμμένες. Βαθιά θαμμένες. Βαθιά, κάτω από τη γη. Σαν τη ζωή μας.

Η μυρωδιά του ασβέστη πάντα με ξυπνάει, πάντα με ζωντανεύει. Κι’ είναι σαν να σβήνει για λίγο από τα ρουθούνια μου εκείνη την άλλη μυρωδιά. Τη μυρωδιά της τελευταίας ανάμνησης, που τα σκέπασε όλα. Τη μυρωδιά του αίματος.

ΤΟ ΞΕΝΟ ΧΩΜΑ

Έσκαβες το χώμα με δύναμη
το ξένο χώμα, το πικρό, το χέρσο
εκείνο που σου δώσανε, είπαν, σαν «αποζημίωση»

Έσκαβες με δύναμη, για να ξεχάσεις
λες και θα μπορούσες ποτέ να ξεχάσεις
τη γη σου, την ευλογημένη
τον ξεριζωμό
την Αννούλα σου, που δεν είναι πια

λες και θα μπορούσες ποτέ να ξεχάσεις τον τόπο σου…

ΕΧΤΙΣΕΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ…

Έχτισες το σπίτι σου γερό, από πέτρα.
Ήρθαν και σου το γκρέμισαν.

Έχτισες το σπίτι σου πρόχειρα, από λάσπη και κλαριά.
Το γκρέμισαν κι’ αυτό.

Έχτισες το σπίτι σου από ξύλο.
Ήρθαν και το έκαψαν.

Έχτισες σπίτια από τούβλα, από χώμα, από καραβόπανο, από άχυρα.
Μάταιος κόπος. Ότι και να έκανες, έρχονταν πάντα να γκρεμίσουν τα όνειρά σου.

Έμαθες πια.
Τώρα το σπίτι σου είναι χτισμένο μόνο από σάρκα και αίμα.
Κι’ όσες φορές κι’ αν σε διώξουν, το παίρνεις μαζί σου.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ

Ακούω, σφυρίζεις τρεις φορές, απ’ το λιμάνι βγαίνεις,
μεσ’ στην ομίχλη πρόβαλαν τα φώτα σου θαμπά.
Ανταριασμένη θάλασσα, τη σκίζεις σα δελφίνι,
η πλώρη σου περήφανη τα κύματ’ αψηφά.

Ο καπετάνιος στέκεται ορθός στην τιμονιέρα,
βαστάει το τσιμπούκι μεσ’ στα δόντια του σφιχτά.
Ολούθε μαύρος ουρανός, ούτ’ ένα αστέρι φέγγει,
ορθώνονται τα κύματα αλλόκοτα θεριά.

Μονάχα το ναυτόπουλο εσφούγγισ’ ένα δάκρυ
σαν χάθηκε απ’ τα μάτια του στερνή φορά η στεριά.
Στο τελευταίο ταξίδι σου κανείς δε σε προσμένει,
ξεθώριασαν τα φώτα σου στη μαύρη σκοτεινιά…

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

Έστησα με προσοχή όλα μου τα πιόνια.
Τοποθέτησα το βασιλιά, τη βασίλισσα, τους ευγενείς, τους αυλικούς.
Τους αξιωματικούς, τους υπαξιωματικούς, τους απλούς φαντάρους…
Έβαλα στην κατάλληλη θέση τα κανόνια, τις βόμβες και τις νάρκες.
Στάθηκα και τα κοίταξα: Ήταν όλα όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι.

«Η σειρά σου», είπα. «Τι περιμένεις;»

Με κοίταξες περίεργα. «Ποτέ δε μαθαίνεις από τα λάθη σου», είπες και σηκώθηκες από το τραπέζι θριαμβευτικά.

«Τι θέλεις να πεις;» ρώτησα. «Τι έκανα πάλι λάθος;»

Χαμογέλασες και μου έδειξες ένα χοντρό βιβλίο. «Ξέχασες τους κανόνες του παιχνιδιού», είπες.

Άνοιξα με προσοχή το βιβλίο. Ήταν δερμάτινο, με χρυσά γράμματα, και φάνταζε πελώριο.
Το ξεφύλλισα. Εκατοντάδες σελίδες, όλες λευκές.
Και μόνο στην πρώτη σελίδα, με μεγάλα κόκκινα γράμματα, έγραφε: «ΚΑΝΟΝΑΣ ΠΡΩΤΟΣ: ΕΧΕΙΣ ΧΑΣΕΙ».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s