Νομανσλανδιανή Ποίηση

Ποιήματα του Γιώργου Νικολόπουλου:

Το Μοιρολόι της Νομανσλάνδης

Κρώζουν φριχτά τα φτερωτά βουβάλια
απάνω απ’ τις ψηλές βουνοκορφές:
Τώρα διαβαίνουν με σκυμμένα τα κεφάλια
-τα σωθικά μου σαν να σφίγγει μια τανάλια-
του Συμβουλίου του Ντιν θλιμμένες οι μορφές.

Για του Κλιν Σέβαν το χαμό θρηνεί τα βράδια
με σνιφ! κλαψ! λυγμ! της Νομανσλάνδης κάθε νια.
Θνησιγενή ήταν τα φιλιά του και τα χάδια
-κι’ εσύ στον άνεμο ψάχνεις να βρεις σημάδια
πως ξεκληρίστηκε μια ολάκερη γενιά.

Η Νομανσλάνδη έγιν’ ηφαίστειο που κοχλάζει
πολλοί μισούν τον Αυτοκράτορα το Τσινγκ.
Των Τσαλντεάνων το λεφούσι αλαλάζει
πέφτουν μπουνιές και κουτουλιές σαν το χαλάζι
και το Συμβούλιο μετατρέπεται σε ρινγκ.

Τώρα λοιπόν κάθε προδότης και κακούργος
πρέπει να ψάξει μια γωνιά για να κρυφτεί:
μα ο σεβάσμιος Didache (ο ραδιούργος!)
κι’ ο μοχθηρός ο λόρδος Κράουν, ο πανούργος,
παίζουν κρυφά το τελευταίο τους χαρτί.

Και η βασίλισσα των Spades παραγάδι
στη Νομανσλάνδη θ’ αμολήσει μια νυχτιά:
Πρίγκιπας Ρήτζεντ και Μπασέν ντε Λαντρ, ομάδι
-καναπουτσάρ γυμνά- στο ανθρώπινο κοπάδι
ρίχνουνται με τρελήν αποκοτιά.

Μέσα στην πόλη μια ισορροπία του τρόμου
αλλά στους δρόμους η επανάσταση αρχινά.
Το Ρεβιστίνκτ θάθελα νάχα στο πλευρό μου
-μα ο Τεν Μπακς έγινε εκπρόσωπος του νόμου!-
κι’ ο Άρσον τώρα κινδυνεύει αληθινά.

Ο Άγιος Γκράαλ από ψηλά να μας φυλάει:
οι Τσαλντεάνοι πολεμούν τους Ταγιστές.
Εκεί που η επανάσταση χαλάει
η τύχη ξάφνου μας χαμογελάει
-ορμούν του Τάλατ Μπλεντ οι σκακιστές.

Ο Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ, ο σκηνοθέτης
κοιτάζει της Μουλίν του το γυμνό κορμί:
Κι’ ο Μποχεμιάν, ο εθνικός μας ο συνθέτης
μετανιωμένος που έπαψε να ζει ρεμπέτης
θέλει να πιει κι’ όλο ζητά μιαν αφορμή.

Μα οι Τσαλντεάνοι πάλι στήσανε καρτέρι,
αστράφτουν και βροντάνε τα καναπουτσάρ.
Το Τρίο Στούτζες μέρα μεσημέρι
και τους Ατσίδες με τα Μπλε σ’ ένα παρτέρι
τους πιάσαν με κατεβασμένο φερμουάρ.

Σουρούπωσε: στέκει βουβό το δείλι
δακρύζοντας μπροστά στο μακελειό.
Ο Πράβο Γιάζντι ορθός, δαγκώνοντας τα χείλη
και η Μουλίν σκυφτή, κρατώντας το μαντήλι
τον πόνο τους να πνίξουν πάν’ στο καπηλειό…

Νομανσλαντιανή πλανεύτρα

…Κατάφερα επιτέλους να βρω το χαμένο ποίημα του Ντοτζ του Ενετού για την παράνομη αγάπη ενός νεαρού Απονέζου και μιας πολυτραγουδισμένης Νομανσλανδιανής – που λίγο αργότερα έγινε και αφορμή για να ξεσπάσει ο 1ος Νομανσλανδιανός πόλεμος…

Σηκώστε τα καναπουτσάρ και ξεκινάμε!
Στην πλώρη εγώ, με τη Μουλίν μου αγκαλιά
θα τη γεμίζω με ινδιάνικα φιλιά
και όπου η Σερίφ θε να μας πάρει εκεί θα πάμε.

Με το Μπαρόκο Μπάρμα πάντα στο τιμόνι
μαζί θα σκίζουμε του Ρόνου τα νερά,
και σου ξηγιέμαι παστρικά και καθαρά,
Μουλίν, ποτέ ξανά δε θα σ’ αφήσω μόνη.

Δεν έχω εγώ τα φράγκα του Μπενεφισιάρη
μα έχω μι’ αντρίκια και λεβέντικη καρδιά,
από τ’ αψηλά τα τείχη Χάντριαν πιο φαρδιά,
του Τριζμεζίστ είμαι το πρώτο παλληκάρι.

Τους Τσαλντεάνους πια δε θέλω να φοβάσαι
ξέρω κι’ εγώ από μαγεία Καλντεέν,
κι’ορκίζομαι: Φλάβιους Ζοζέφ να μη με λεν,
αν σου πειράξουνε μια τρίχα όσο κοιμάσαι.

Έλα να γείρεις στην κουβέρτα της φελούκας,
έστρωσα λόβερκραφτ για σένα μαλακό
και θα σου δώσω, Μουλινάκι μου γλυκό,
καναπουτσάρ που θα το ζήλευε ο Σολούκας.

Ποιήματα της Σοφίας Κολοτούρου:

Φλάβιος και Μουλίν

Οι Απονες τρώνε σκυφτοί ρύζι με κάρυ,
για ν’ ανταλλάξουν Ινδιάνικα φιλιά.
Μέσα στο Ρόνο αντανακλάται το φεγγάρι,
καθώς το Λόβερκραφτ γλυστράει στα νερά.
Ο Φλάβιος κι η Μουλίν τους έχουνε ξεφύγει
– μα ήδη στα ίχνη τους ολάκερος στρατός.
Τους οδηγεί ο Ντε Λάντρ μες το κυνήγι.
Στη Νομασλάνδη τώρα θρήνος, κοπετός…
Καταραμένο λέν τον Απονο τον Φλάβιο,
π’ άρπαξε την Ωραία με θράσος, τη Μουλίν.
Και συγκεντρώνονται ευθύς σ’ ένα Κονκλάβιο
όλα τα μέλη του Συμβούλιου Ντιν.
Μπροστά στα τείχη Χάντριαν ο αγέρας
κάλμα μπουνάτσα, δεν σηκώνεται πανί.
Κάποια Σαρίφ φέρνουν στο τέλειωμα της μέρας
– παρθέν’ ακόμη – ως αμνίον για σφαγή.
Ευθύς ο άνεμος γυρνάει σε βοριαδάκι,
– γλυκό, καθάριο, όπως μετά από τη βροχή-
κι οι Τσαλντεάνοι όλοι μπαρκάρουν σε λιγάκι,
για μι’ Απονιάδα, πουκαμίσα αδειανή.
Όλα σαλπάρουν τα καράβια, εν Απονία
– μπρίκια, κορβέτες και γαλέρες στη σειρά-
Μα κάπου εδώ τελειώνει η ραψωδία,
και τη συνέχεια θα σας πούμε άλλη φορά.

Λόβερκραφτ

Υπό Κόλια Χαρίλοβιτς Καβαδίεφ

Κάτω απ’ όρη κόκκινα κυλούσ’ ο Ρόνος-
κι η Φλωρεντίνη εκεί είχε ρίξει το παιδί.
Ηταν παράξενο ταξίδι, τρίτος χρόνος,
Χορός των Κεφαλών μες την ακτή.
Ο Πόλαξ με τον Πόλαρ στο τιμόνι,
κλειστά φανάρια, να θερίζουν πυρετοί.
Η μυθική Σερίφ ειν’ το ραμόνι
κι η Ζωντανίνα το Νομέ βλέπει Ζεντί.
Μαγεία Καλντέεν ασκούν τα τέρατα του Γκόγια,
καθώς το Λόβερκραφτ κυλάει προς τα στενά,
κι οι Κθούλου πάντα ψιθυρίζουν τα ίδια λόγια,
ενώ ο Μπαρόκο Μπάρμα τώρα κυβερνά.
Ο Μπουνικέλοφ ζωγραφίζει πάλι τείχος-
τα τείχη Χάντριαν, με μωβ και κρεμεζί.
Περιπολεί ο Σολούκας, μόνος ήχος
τα βήματα του Ερμή του Τριζμεζίστ.
Ο Φόμπος και ο Δήμος στο ωδείο,
φωτίζουνε την πόρτα καθαρά.
Κορίτσια, που κρατούνε το βιβλίο
«Η Αυγή των Μάγων», σε προδώσανε ξανά.
Καημένοι, η θάλασσα μισάει τη χαρμολύπη-
πράσιν’ αγνώριστο μεγάλου ωκεανού.
Ψοφήσαν οι Θνησιγενείς σου και σου λείπει
του σπιτικού σου η γεύση, κυδωνιού.

Γράμματα στη Μουλένα

Της Σοφράντς Κολοτουρκάφκα

Η δεσποσύνη, η Κυρά της Νομασλάνδης,
που άκουγε στ’ όνομα Μουλίνα ή και Μουλέν,
στις υδρογονανθρακικές ζούσε, τις Ανδεις,
μα την παντρέψανε νωρίς με τον Μπασέν.
Λαίδη Ντε Λαντρ την προσφωνούσαν στο παλάτι,
κι ειν’ της βασίλισσας Κυρία των Τιμών.
Λίγο ανιαρές περνούν οι μέρες, στο κρεβάτι
και στην ανία των μεγάλων σαλονιών.
Κάνει παρέα με τις άλλες τις κυρίες,
τη Λαίδη Κράουν, την κυρία Μποχεμιάν,
τη μίσες Μούντινγκ (αφιχθείσα απ’ τις Ινδίες),
που ‘χουν στις φλέβες τους το αίμα Τσαλντεάν.
Αλλά η Μουλένα, που τον Λόρδο της βαριόταν
είχε τον Αρσον αγαπήσει, στα κρυφά.
Κι όταν μπορούσαν, μες το δάσος συναντιόταν,
λίγα φιλιά για ν’ ανταλλάξουν, στα κλεφτά.
Τον Αρσον όμως κυνηγούσ’ η αστυνομία –
γιατί τον είχε καταδώσει ο Μπασέν.
Και ζούσε πάντοτε μες την παρανομία,
κι οι σύντροφοί του τον ελέγαν νέο Ρομπέν.
Τα ξωτικά είχε για παρέα του στα δάση
και τα φαντάσματα, απ’ τους Θνησιγενείς.
Τίποτα πια δεν είχε ο Αρσον για να χάσει,
εκτός απ’ τους πιστούς συντρόφους του, τους τρεις.
Οι Εμπιστοι Τρεις, όλα τα γράμματά του δίναν
κάθε πρωί κρυφά στη λαίδη τη Μουλίν.
Κι αφού στ’ αρχοντικό της μέσα τρωγοπίναν,
του Συμβουλίου μαθαίναν μυστικά, του Ντιν.
Ητανε η Μουλίν μια νέα Μάτα Χάρι;
Πράκτωρ διπλή, εργαζόταν εναντίον του Τσινγκ;
Ποιος ξέρει; Τώρα το ποτάμι το ‘χει πάρει…
Λένε πως ήτανε κι αυτή κι ο Ρεβινστίνκτ,
κι ο Πράβο Γιάζντι και μια κάποια Φλωρεντίνη,
κι ο Πόλαρ Σκοτ κι όλοι οι άντρες με τα Μπλε.
Οταν ο Αρσον σε καυτό έριξε καμίνι,
τον αυτοκράτορα, δεν μίλησαν ποτέ.
Ορκο σιωπής είχανε δώσει οι επαναστάτες
κι όταν κυβέρνησε το νέο Συμβούλιο Ντιν,
τους Τσαλντεάνους τους εκδιώξαν, γι’ αποστάτες
κρατώντας μόνο τον Μπασέν και τη Μουλίν.
Μα των ερωτευμένων ποια ήτανε η τύχη;
Ο Αρσον, ο καημένος είχ’ ελπίσει…
Μα του ‘γραψε η Μουλέν, σαν καταδίκη:
«Αντίο… Θα έχουμε για πάντα το Παρίσι..»

Δούκας του Έλλινκτον

Ο Δούκας του Ελλινκτον, που πέθανε πριν ζήσει,
σ’ άλλη ζωή είχε γεννηθεί στη Βενετία.
Εκεί τον βάφτισαν με τ’ όνομα Οθέλλο
κι είχ’ αγαπήσει τότε μια όμορφη κυρία,
που τ’ όνομά της το γλυκό ήταν Δυσδαιμόνα.
Ο Ιάγος όμως, που τη σχέση τους φθονούσε
έβαζε λόγια στον Οθέλλο ένα χειμώνα,
που έξω ο αγέρας φοβερός λυσσομανούσε.
Μια μαύρη νύχτα που ‘χε σβήσει το καντίλι,
κι η Δυσδαιμόνα είχε πλαγιάσει στο κρεβάτι
πήγ’ ο Ιάγος να του δείξει το μαντίλι,
που –όπως επέμενε- δηλώνει την απάτη.
Ολοι γνωρίζουν την πασίγνωστη ιστορία
και πως ο Οθέλλος τελικά είχ’ αυτοκτονήσει.
Αλλ’ αγνοούνε τη συνέχεια, την ουσία…
πως ενσαρκώθηκε σε μια καινούρια ζήση!
Σαν Δούκας του Ελλινκτον σε λίγο θα γεννιόταν
(από μητέρα Δούκισσα, πατέρα πρώην Πρινς)
Με δόξα και τιμές μετά θα βαφτιζόταν
στη συνοικία τη γνωστή μας ως Κουίνς.
Στη γέννησή του το Φωτόσπαθο φαινόταν,
που κράταγε στα χέρια ο ίδιος ο Αγιος Γκράαλ,
πίσω του οι άντρες με τα μπλε ίσα ακουγόταν
οι Καναανίτες, που λατρεύανε τον Βάαλ.
Ετσι αναλήφθηκε ψηλά στη Νομασλάνδη
ο Δούκας του Ελλιγκτον, αντί να γεννηθεί.
Κάποιοι μου τα ‘πανε αυτά στη Νεβερλάνδη
κι αν έχει λάθη, ειν’ που μου τα ‘πανε στ’ αυτί!

Τάλατ Μπλεντ

H Tάλατ Μπλεντ γεννήθηκε γυναίκα,
όπως κι η Πάπισσα Ιωάννα πιο παλιά.
Στο σκάκι όλους τους κέρδιζ’ απ’ τα δέκα –
δίνοντας μάχες με τους άντρες στη σειρά.
Όμως στον κόσμο της στυγνής αντροκρατίας,
ήξερε: θα έμενε για πάντα μια αντιστάρ.
Ούτε πρωτάθλημα ούτε σκέψη κυριαρχίας:
πώς να παλέψεις με χωρίς καναπουτσάρ;
Κι έτσι, οδηγήθηκε σ’ εγχείριση του φύλου,
αλλά, δειλιάζοντας την τελευταία στιγμή,
μες τ’ αντρικά προτίμησε, ενός φίλου
τα ρούχα, επιδέξια πάλι να κρυφτεί.
Έκτοτε, η ίδια συμμετέχει στους αγώνες,
σαν άντρας κι έχει γίνει και Γκραν μαιτρ.
Φοράει γραβάτες και φθαρμένα στους αγκώνες
λινά κουστούμια και πετάει με Αι Ρεντ.
«Περνάω καλά» μονολογεί όταν κερδίζει,
αλλά καμιά φορά όταν πίνει μες τα μπαρ,
θα ‘θελε σ’ άλλη κοινωνία να γυρίζει,
όπου να μην σ’ ορίζει το καναπουτσάρ…

Η Απονία των Καναπουτσάρ

Εμοιαζε τόσο η Απονία στην Αγρια Δύση,
κι ας είχε σύνορα κοινά με το Κατάρ.
Αγρια βουβάλια όλη την είχαν αποικίσει,
που ‘χαν στην πλάτη τους φτερά – τι θαύμα η φύση!
και – βουβαλίσιο- ως το μηρό καναπουτσάρ.
Πετρέλαιο άφθονο διέθετε η χώρα,
και πάμφθηνα γεμίζαν τα ρεζερβουάρ –
Πίσ’ απ΄ το τζάμι αφουγκράζονται την μπόρα,
οι καουμπόηδες, που με τζιπ περνούνε τώρα,
κι ο κυβισμός να δείχνει το καναπουτσάρ.
Σε τέτοια επίδειξη θα ήταν, βαρβατίλας,
όταν τους είπαν οι γυναίκες ωρβουάρ.
Τι απονία, προς την επίδειξη αντρίλας,
των γελαδάρηδων η πρόγευση της νίλας.
Τι θηλυκή Απονία των Καναπουτσάρ…

Θνησιγενείς Ανύπαρχτοι

Στη μακρινή της Νομασλάνδης Αποικία,
υπάρχει, λεν σ’ ένα χωριό τρελός Προφήτης.
Μ’ ακούστε απ’ την αρχή την ιστορία:
Ηταν του Τσίνγκ τα χρόνια, η βασιλεία,
και μιας Ανύπαρχτης Στρατιάς ο κυβερνήτης.
Ο ιππότης Λόρδος Κράουν μες τα τείχη
με τον Μπασέν ντε Λαντρ περιπολούσε.
Ο πρίγκιψ Ρήτζεντ ακουγότανε να βήχει,
γράφοντας έσπαζ’ η Μουλίν το τρίτο νύχι,
μα ο Αγιος Γκράαλ εκεί ψηλά τους ευλογούσε.
Κάποια βραδιά που ξεχυθήκαν τα δαιμόνια,
η πόλη γέμισε φωτιές κι όλοι ουρλιάζαν.
Τον Αρσον υποπτεύονταν για χρόνια –
μέλος μιας σπείρας που κατάκαιγε τ’ αλώνια.
Συνήθεις ύποπτους, οι αρχές τους ονομάζαν.
Πήγαινε ύστερα ο Κρισέικς στα καμένα,
και τα έβαφε, σαν ρόδινες αχτίδες.
Μέσα εκεί παίζαν παιχνίδια λατρεμένα,
όπως το σκάκι, που αγαπούσαν παθιασμένα-
μα ο Τάλατ Μπλεντ έπαιρνε πάντα τις παρτίδες.
Τους άρεσε να βλέπουν μια ταινία,
του Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ, του σκηνοθέτη.
«Ο Τσέτσνια κι ο Τεν Μπακς στην Απωνία»
ήταν ο τίτλος, κι είχ’ η μουσική αγωνία,
του Μποχεμνιάν Λεβόν, του κορυφαίου συνθέτη.
Κι έτσι περνούσανε ανέφελες οι μέρες,
ώσπου ο Πρόεδρος Ντιν ανέτρεψε τον Τσίνγκ
(μα ο Πράβο Γιάζντι του ‘ριξε τρεις σφαίρες).
Του Ντιν Συμβούλιο φτιάξαν οι σοφοί πατέρες –
μαζί ο άγιος Didache κι ο γενναίος Ρεβινστίνκτ.
Τότε όμως πήραν μια απόφαση μοιραία:
να διώξουν τους Θνησιγενείς της πολιτείας.
και στον Ρεντ Άι, τον αερομεταφορέα,
φόρτωσαν τον Κλιν Σέβαν κι όλη την παρέα,
και κίνησαν στη γη της εξορίας.
Τώρα μπορεί κανείς να δει έξω απ’ την πόλη
της Νομανσλάνδης πάντα όταν νυχτώνει,
τρελό Προφήτη -τον Κλιν Σέβαν-, γύρω του όλοι
αγέννητοι κι ήδη νεκροί, λες σκέτοι ρόλοι
θεάτρου παραλόγου, που όμως δεν τελειώνει.

Ροβιόλης και Ζωντανίνα

Στην οδό Γραφημώνος, κατοικεί ο Ροβιόλης,
που όλοι ξέρουν πως έχει λουμπέσα πολλά.
Τη Ζωντανίνα γυναίκα (εξώλης-προώλης),
αγαπούσε εκείνος – κι αυτή τα λεφτά.
Διακοπές είχαν πάει, προς το Παπουνάνε,
τ’ ωραίο το πύο του βυθού για να δουν.
Δυο μπλε –στην ακτή- φαρίδες περνάνε,
ντρουμου-ντρουμ, τα βραχιόλια φοράν της Βροντούμ.
Στων Θεών το νταμάρι, πικρό σουαχίλι,
κακιά Φαλακρίνα, στης Νιόσης το φως.
Πιο -μοιάζει- ρομάντζα, ως πέφτει το δείλι
στη Ρύθμη Σισίχου, στα κάτω ο ρυθμός.
Μια μέρα είχαν φτάσει ως τις Κολμυρίδες,
του Προέδρου Ταμέλη να δούνε τη γη.
Γενναίους αντικρύσαν πολλούς Τωντονίδες,
με το σπιθονάκι βαθιά στο κορμί.
Μα κάποτε μόνος ξυπνάει ο Ροβιόλης,
και η Ζωντανίνα, το ραμόνι κι αυτή.
Στα δρομαλιώτικα ψάχνει τα στέκια της πόλης,
μα κείνη έχει φύγει, ψηλά στο Χαπί.
Και φτάνει σε λίγο, το γράμμα του νόμου
Περιμενοδίκης να δώσει σκυφτός.
Τα χώραφα τώρα μοιράζουν κι επ’ ώμου
το βιολί κουβαλάει κι όλο πάει μοναχός.
Στην οδό Γραφημώνος – επικίνδυνο μέρος –
για να ζήσει ο Ριοβιόλης τα ροβίχια πουλά.
Και περνούνε τα χρόνια, κι όλο γίνεται γέρος,
γέρο-Δήμο τον λέγαν, μες τη γειτονιά.

Ποιήματα του Κορνήλιου:

Ἱπτάμενα βουβάλια καὶ ταράνδοι
τὰ λείψανα τοῦ Ἅγιου Γκράαλ κι ὁ Ντιντάχη
αὐτ’ εἶναι ὅλη κι ὅλη ἡ Νομανσλάνδη
χτισμένη σὲ βουνίσια ἀνεμοράχι.
Ὁ Ῥῆτζετ εἶναι γιὸς τοῦ Τσὶνγκ τοῦ πρώτου
κι ὁ Τάλατ Μπλέντ νικάει τὸν Κασπάρωφ,
ντυμένος μὲ Ῥὲντ Ἄι στολὴ πιλότου
προσεύχομαι στὸν Ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ.
Τὸ φάντασμα τοῦ Σέβαν σὲ ταινία
τοῦ Ῥόμπερντ Φὸρντ μοῦ κόβει τὴν ἀνάσα,
καλύτερα φτωχὸς στὴν Ἀπονία
νὰ κούρδιζα τοῦ Μποχεμιὰν τὰ μπάσα,
παρὰ νὰ ζῶ φοβούμενος τὴν κάννη
ἀπὸ καναπουτσὰρ ποὺ στῆσαν* Τσαλντεᾶνοι.

*σὲ μερικὰ χειρόγραφα παραδίδεται ἡ γραφὴ στῦσαν

*********

Θὰ μὲ δικάσῃ ὀ Κρισέικς κι ἡ Ἀηδώνη
μὰ στὴν Λιμέρα, Ἅγιο Γκράαλ μου χρυσό,
ὁ Μούτινγκ κι οἱ ὑπόλοιποι βαρῶνοι
θὰ φτάνουν σὲ βουβάλι φτερωτό.
Στὸν οὐρανὸ ποὺ κάναμε ταβάνι
κοιτᾶμε τῆς Ῥὲντ Ἄι τὰ φτερά,
κουρσάροι, Φράγκοι, Φράγκοι, Τσαλντεᾶνοι
μᾶς πούλησαν γιὰ γρόσια καὶ φλουριά.
Στὴν Ἀπονία γράφει τώρα ὁ Ντιντάχη
μὰ κεὶ στὸ Μόδο σ’ἕνα μύλο ἐρημικὸ
τὰ γράμματά της διάβαζε μονάχη
ἡ δύστυχη Μουλὲν μ’ἕνα φακό.

*********

Ἀπάνω μου ἔχω πάντοτε δεμένο στὸ ζωνάρι
ἕνα μικρὸ καναπουτσὰρ ἀπὸ τὴν Νομανσλάνδη,
ὅπως αὐτὰ ποὺ συνηθοῦν καὶ παίζουν οἱ φαντάροι
ποὺ ἀπ’ τὸν Τσἰνγκ τὸ ἀγόρασα μιὰ μέρα στὴν Ταϋλάνδη.
Θυμᾶμαι ὡς τώρα νἄτανε τὸν Μπὰξ στὴν Ἀριζόνα,
ποὺ πολεμοῦσε μὲ αὐτὸ Μεξικανοὺς ἀτάκτους,
κρύος ἱδρῶτας ἔπεφτε κι ἡ κάθε του σταγόνα
κάτω στὴν ἄμμο πότιζε φραγκόσυκα καὶ κάκτους.
Ὁ πρίγκηψ ‘Ρῆτζεντ σκότωσε μ’αὐτὸ τὴν Λεβαντίνη,
τὴν ὄμορφη πριγκήπισσα ἀπὸ τὴν Ἀπωνία,
καὶ μιά του σφαῖρα χτύπησε φριχτὰ τὴν Φλωρεντίνη,
γιὰ πάντα ἀποστερῶντας μας τὴν θεία μελῳδία.
Ὁ λόρδος Κρόουν μιὰ βραδιὰ τὸν ἄμοιρο Κρισέιξ
μὲ τπῦτο τὸ καναπουτσὰρ τὸν ἔκανε σμπαράλια
καὶ στὴν Λιμέρα τρώγοντας γιὰ πρωινό κορνφλέικς
ὁ Πράβο Γιάζντι στόχευε ἱπτάμενα βουβάλια.
Ὁ Πόλαρ Σκὸτ ξεπάστρεψε ἐξήντα Τσαλντεάνους
κι ὁ Ἄρσον ἀπὸ τὸ Βνουρὰπ ἑπτὰ μικροὺς Ταγῖστες,
ὁ Ῥεβινστὶκτ πολέμησε αἱμοσταγεῖς τυράννους
κι ὁ Μούτινγκ ἐξωλόθρευε στὸ Μόδο ἀρριβῖστες.
Μὲ τοῦτο ἄγρια ἔστειλε στὸν Ἅδη ὁ Ντιντάχε
χωρὶς κανένα ἔλεος, χωρὶς καθόλου τύψεις
τὴν ὁμορφούλα τὴν Μουλὲν γιατὶ μὲ ἄλλον τἆχε
καὶ μ’ ἄλλον ἀρεσκότανε νὰ κάνῃ ἐπικύψεις.
“Εἶν’ἀλαφρύ, γιά πιάσε το, δὲν πάει οὔτ’ἕνα δράμι
καὶ δὲν κοστίζει τίποτε, μονάχα ἕνα μπρίκι,
μὰ ὅσοι τὄχαν ἔφυγε ἡ ζῆσι τους χαράμι,
πολλὰ ἔχουν δεῖ τὰ μάτια μου μ’αὐτὸ μοῦ φέρνει φρίκη”.
Καναπουτσὰρ ἀτσάλινο τὴν ζώνη μου στολίζει,
ποὺ κάποτε ἀγόρασα σὲ κάποιο σταυροδρόμι
γιὰ ποιὸν ἡ κρύα κάννη του τὴν νύχτα νὰ γυαλίζῃ,
ἀφ’οὗ ὁ Σέβαν πέθανε πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη;

Ποιήματα της Ροδιάς:

Αχ, Νομανσλάνδη

Στη θρυλική την Απονία
βγαίνουν τα στρείδια κάθε βράδυ,
ανοίγουν διάπλατα σαν άστρα
μόλις πλακώνει το σκοτάδι
και τραγουδούν σκαρφαλωμένα σε συκιές
του Μποχαμιάν τις μουσικές
Τρίζουν τα σύνορα της χώρας,
η Νομανσλάνδη αναστενάζει,
φοβάται μη τυχόν της κλέψουν
το ντέφι, το βιολί, το σάζι
Για να γλιτώσει μπαγλαμάδες και σιτάρ
τροχίζει τα καναπουτσάρ

Μα να, επιτέλους ξημερώνει,
το αύριο έρχεται τρεχάτο
ο Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ γυρίζει
κι ο Λόρδος Κράουν πάει στο ΝΑΤΟ
Μαύρα τα βλέπει, να πλησιάζουν τα κολχόζ,
μα ο Κρισέικς τα βλέπει ροζ
Στο θόλο του Σκοτ Πόλαρ στέκει
μπάστακας φτερωτό βουβάλι
ο Ρεβινστίνκτ τό ‘χει παρκάρει
αντικανονικά και πάλι
Η αυγή χαράζει στους Υδρογονανθρακούς
το στράτευμα τρώει κουσκούς
Οι Τσαλντεάνοι τρώνε κρέας,
λουκάνικα, ζαμπόν, φιλέτα
σνομπάρουνε τον Τσινγκ τον πρώτο
που σαλαμούριαζε τη φέτα
Ούτε κι ο Τσέτσνια την παράδοση κρατά
και προτιμά ζαχαρωτά
Η εκκλησία του Ντιντάτσε
είναι στο Κοινοβούλιο δίπλα
κι όταν ο πρίγκηψ Ρήτζεντ χάνει
από τον Τάλατ Μπλεντ με τρίπλα,
συνεδριάζει το Συμβούλιο του Ντιν
με προεδρίνα τη Μουλίν
Ολοι μαζί μετά πηγαίνουν
στον Γκράαλ να προσευχηθούνε,
τη μέρα τους να συνεχίσουν
δίχως να ξανατσακωθούνε
Πριν ακουστούν δυο βρεκεκέξ κι ένα κουάξ
ρίχνει μπουνίδια ο Τεν Μπακς
Το μεσημέρι γευματίζουν
στου Μούντινγκ με ροκφόρ και σούσι
όλη η Στρατιά των Ανυπάρχτων
είναι παρούσα στο τσιμπούσι
Ο Πράβο Γιάζντι ταξιδεύει συνεχώς
κι ο Άρσον γίνεται μπουχός
Γλυκά το πέπλο της η νύχτα
απλώνει παγωμένο ατλάζι
Βγαίνει ο Κλιν Σέβαν τραγουδώντας
κι η Νομανσλάνδη ησυχάζει
Τώρα η Ρεντ Άι κατεβάζει τα ρολλά
Αααχ! όλα πήγανε καλά!

Ποιήματα του Νίκου Σαραντάκου

Σπηρούνισε το φτερωτό βουβάλι
και στα ουράνια χύθηκε μ’ ορμή
με το καναπουτσάρ του στη μασχάλη
και τη Μουλίν να του φωνάζει «Μη»!
Τριγύρω του πετούσαν Τσαλντεάνοι
και ρίχναν σπιθονάκια φονικά
Μα το καναπουτσάρ του φλόγες βγάνει
και όλους τους βαρβάρους τους νικά
Τον δέχτηκε ο Τσινγκ αυτοπροσώπως
«Σε θέλω στο Συμβούλιο του Ντιν»
«Μεγαλειότατε, χαμένος κόπος,
αλλά ευχαριστώ πολύ δια την τιμήν»
«Το μέγεθος, παιδί μου, δεν μετράει
για όποιον ξέρει να το κουμαντάρ’»
Μα κείνον πάντα θα τον τυραννάει
που του ’λαχε μικρό καναπουτσάρ…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s