Τι είναι η γη – Χρήστος Βεσκούκης

Αν μιλήσεις στους αγγέλους, δυο φιλιά να πεις στη μάνα μου.
Αν αγγίξεις τα αστέρια, τις τρυφερές τις μπούκλες της νεανικής οργής να θυμηθείς και τώρα απλά φαντάσου.
Προσκύνα στο μεγαλείο της χαράς και άκου τις τύψεις.
Κοίτα και μη πιαστείς από την ανησυχία.
Χαλί μπροστά σου απλώνεται και το πατάς. Φωνάζεις και μεθά στο άγγιγμα του πόνου. Σ΄ αγαπά.
Τις προσβολές στα καπηλειά της εφηβείας πίνει, ενώ εσύ πνίγεις το βλέμμα στους καπνούς. Λαχτάρα οσμίζει στο σινάφι σου και ρίχνεις αίμα στους γοφούς και σ΄ αγαπά.
Θα φύγει!
Μα θα φύγει και θα αλλάξει νησί.
Ο άλλος εσύ, θα μιλά στους λυγμούς και στην άμμο που έμαθες, αγάπη θα γράφει.
Που σ’ αγαπώ γράφω απ’ την άσπρη πένα της άμαθης γνώσης.
Ακούω το μέλλον με κλειστά τα αυτιά, σχεδόν παιδικά.
Δύο ματωμένα μάτια, πληγωμένη η μνήμη και η θύμηση ξέχασε μα θα το ζήσει.
Θα σκοτεινιάσουν τα βουνά των άγριων αγίων και πάνω εκεί, στην ιερή σιωπή, θα ακούσουμε τον παφλασμό της πέτρινης μάχης και θα ‘σαι σύ.
Το πέτρινο πουλί θα σπάσει, θα φύγει και θα ανήκει πια, θα είναι αυτή που θα κολυμπήσει στα καταγάλανα νερά της παρθενιάς, με ένα σταυρό και δύο κουπιά για να διασχίσει.
Μα πού χαρά; Πες μου τι έκανα και χάθηκα ξανά;
Είναι η κραυγή της απελπισμένης γης, στα μάτια μιας γυναίκας χωρίς εφηβεία που θεοποίησε τ’ όνειρο του μηδενός και ξέχασε, ότι υπάρχουν κτίστες και όχι όνειρα.
Εμένα πες μου. Ρώτησα τη γη της θλίψης και άδεια στη θυσία πήρα.
Μη βγείς ξανά στα γόνιμα χωράφια του καημού, γιατί οι άγιοι πεθαίνουν στων πιστών τις σκέψεις.
Μίλα στον ήλιο και ξέχνα με. Τα φτερά μόνο άκουσα και έφυγα, για να μιλήσω στη ντροπή και πάσχισα για να ραγίσω μια στιγμή μα Σ’ αγαπώ.
Κλαίω πάνω σε ένα πύρινο γραπτό και ανέλυσα.
Ποτέ δε σκέφτηκες καλά.
Μάλλον τα μάτια τα κλειστά ένιωσαν το φώς του νευρικού μωρού και λάκισαν.
Δε ντρόπιασαν την ήδη υπάρχουσα ντροπή, μα ανέχτηκες και μίλησες στα σπλάχνα μου. Έσπειρες τις σκέψεις και μ’ έκανες εσύ να φεύγω.
Αντίο λέω και αντηχεί ο πόνος και όχι το ήσυχο παιδί της ανταρσίας.
Φύγε λοιπόν!
Άνοιξε τα φτερά και στο πέταγμα της ζωής βλαστήμησε τον παράδεισο της υποχρέωσης γιατί αξίζεις.
Οι αμαρτωλοί ζήλεψαν την αμαρτία που χάνουν, μα δε μπορούν. Εσύ θα φύγεις και μονάχα εσύ μπορείς και η αγάπη τίποτα, αλλά σε αγαπώ στην προσπάθεια σου.
Φύγε λοιπόν και άσε τη θύμηση που παντοτινά θα μιλά στις άψυχες σκιές των προσβολών που εσύ συγχωρείς και θα είσαι εδώ.

Χρήστος Βεσκούκης

Advertisements
This entry was posted in Χρήστος Βεσκούκης and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s