Η πορεία – Ορφέας Απέργης

Τα χέρια τα αδέσποτα αγγίζουνε την ευτυχία,
οπού μας παραδίνεται ολόλευκη στο χρώμα του χαρτιού
κι ύστερα εμείς την χρωματίζουμε·
αλλά η αρχική αδικία σημαδεύοντας τα σώζει
ώστε να τραγουδήσουμε·
«Ο λαός ευλογητός ει.»

Αγαπητός και προσφιλής ο ρόλος που επιφυλάσσει
η προσδοκία
θέλουμε να έχουμε καλύτερη μοίρα
θέλουμε καλύτερη μοιρασιά,
αγαπάμε το παρόν
αλλά φιλεύουμε το μέλλον,
έλα και πάρε την πιο διασταλτική μορφή μας
διαστολή του λόγου ως την αίσθηση·
Ο λαός ευλογητός ει.

Γερνάει ο πατέρας μου ολοκληρωτικά αποκομμένος
από το σφρίγος
θέλω να τον βοηθήσω να σταθεί
θέλω να τον ξαναστήσω,
στη μέση της πλατείας
αλλά και μέσα στο δωμάτιο,
απίθωσε τη λύπη σου πατέρα πάνω στο δικό μου σώμα
κι εγώ θα τηνε κουβαλήσω·
Όλοι μαζί μονάχοι.

Αρραβωνίζεται το παρελθόν μας καταχρηστικά
τον πάσα ένα
πεινάμε και αυτός μας έδωσε φαγί
πεινάμε και μας έθρεψε
αγαπάμε τον δίκαιο
αλλά φιλεύουμε τον καταχραστή,
έλα και αύξησέ μας το μερίδιο στην ευτυχία
όπως και να την προμηθεύεσαι·
Ο λαός ευλογητός ει.

Νικάει μέσα μου ο πόθος κι η αποθυμιά
για το κρεβάτι
πεινάω να ζήσω χορτασμένος
πεινάω για την ιδέα
μέσα από τα μάρμαρα
αλλά και μέσα στον τάφο,
άνοιξε και δώσε μου το χορταριασμένο σου στόμα
κι εγώ θα το φιλήσω·
Όλοι μαζί μονάχοι.

Άλαλο πετεινάρι οσμίζεται την αυγή
του μέλλοντός μας
τραγουδάμε κι ετούτο σωπαίνει
τραγουδάμε κι εκείνο ουρεί
αγαπάμε τα φτερά του
αλλά φιλεύουμε το ράμφος του,
έλα να παραγγείλεις το αύριο με την κραυγή μας
κραυγή και μπήγεται το ράμφος·
Ο λαός ευλογητός ει.

Καίγονται τα μάτια μου από την ανάγκη να ιδώ
τον εαυτό μου
τραγουδάω κι ο ίδιος σωπαίνω
τραγουδάω και τώρα μαθαίνω
πώς είναι τα μέσα έξω
και τα άλλα εξ άλλων,
δώσε μου αδερφέ να κρατήσω μια οικογενειακή φωτογραφία
κι εγώ θα τηνε χρησιμοποιήσω·
Όλοι μαζί μονάχοι.

Τις ει, ρωτάει ο εγκρατής, ο νεοσύλλεκτος κληρούχος
στη βάρδιά του
φωνάζουμε δεν είσαι δικός μας
φωνάζουμε κι αυτός δεν ακούει
αγαπάμε το όπλο του
αλλά φιλεύουμε τη σκιά του,
έλα να εκτελέσεις μαζί μας την ποινή
μαζί την εκτίουμε·
Ο λαός ευλογητός ει.

Ιστορίζω τους φίλους μου σαν να ’ναι βιβλία
τα πρόσωπά τους
φωνάζω τα πιο χρηστικά τους ονόματα
φωνάζω για να μην χαθούμε
βρε παιδιά αθόρυβα
μέσα στη θάλασσα,
πάρε το μαχαιράκι και καθάρισε το δίχτυ
εγώ θα το ματίσω·
Όλοι μαζί μονάχοι.

Σκληρό το πρόσταγμα οπού μας οδηγεί στο πουθενά
και πιο ποθεινός
ο χορός της αμφιβολίας όταν χτυπάμε
την πόρτα στα μούτρα χτυπάμε
του παρελθόντος π’ αγαπήσαμε
αλλά φιλεύουμε τώρα τις συνέπειές του,
έλα στρατηγέ μαρμαρωμένε να σ’ αρματώσουμε
είμαστε ήδη εχτός νόμου·
Ο λαός ευλογητός ει.

Ορφέας Απέργης

Υ (Πατάκης, 2011)

Advertisements
This entry was posted in Ορφέας Απέργης and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s